Παρασκευή, 23 Μαρτίου 2018

Κυρίες και κύριοι, ο Δήμος Θέος!



 
 
Του Στράτου Κερσανίδη*


«(…) Σωροί βιβλίων στο δάπεδο φθηνές αγγλικές εκδόσεις και ιλουστρασιόν ιστορικά μελετήματα για τον εκπεσόντα Λένιν- έκλειναν την είσοδο και δυσκόλευαν τη μετακίνηση στο εσωτερικό του βιβλιοπωλείου. Ένας μακρόστενος πάγκος χώριζε το μικρό εσωτερικό στα δύο και απομόνωνε (κάπως στενάχωρα, είναι αλήθεια) τον σκηνοθέτη από τον κυρίως χώρο, ο οποίος εκείνη την ώρα,  καθισμένος πίσω από τον πάγκο διάβαζε κάποιο χειρόγραφο. Η όψη του έδειχνε έναν ηλικιωμένο μικροεπιχειρηματία, που δεν φανέρωνε τίποτε απ’ ό,τι ενέπνεε το έργο και η δράση του. Η μάλλον αφρόντιστη ενδυμασία, τα ακατάστατα αραιά μαλλιά, η πυκνή λευκή γενειάδα (κοντά κομμένη) και το ήρεμο βλέμμα δεν πρόδιδαν καμία από τις επιδόσεις του. Ωστόσο, κάτω από την καθημερινή εμφάνιση διακρινόταν η ένταση και η κούραση μιας ζωής που αναλώθηκε στην Εικόνα, χωρίς όμως να εξαφανίσει, παρόλ’ αυτά, το ακατάβλητο κουράγιο και τη διακριτική παιγνιώδη διάθεση. Η εικόνα έφερε στο νου τον Μπόρχες και τη σουρεαλιστική ιστορία του επιθεωρητή κονίκλων ()…)».
Αντί φωτογραφίας, δανείζομαι και αναπαράγω την Εικόνα του σκηνοθέτη, όπως τον ‘ζωγραφίζει’ ο Ερμείας Ευμολπίδης («Η ματαιωθείσα συνέντευξη», περ. Μονόκερως, τεύχος 14, 2003-2004). Τον πρωτογνώρισα το 1988 στη Θεσσαλονίκη, όταν η ταινία του «Καπετάν Μεϊντάνος (Η εικόνα ενός μυθικού οπλαρχηγού)» παιζόταν στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου. Η εντύπωση που μου είχε δώσει τότε ήταν πως δε πρόκειται για έναν άνθρωπο που απλά κάνει ταινίες, αλλά για κάποιον εξερευνητή της σκέψης, έναν διανοούμενο που εναγωνίως σκαλίζει την Ιστορία και τους Μύθους. Με το πέρασμα των χρόνων και έχοντας την ευκαιρία να προσεγγίσω (δεν τολμώ να πω : να αναλύσω ή, ακόμη περισσότερο, να κατανοήσω σε βάθος) το έργο του, κυρίως μέσα από τις ταινίες και τα βιβλία του, κατέληξα στο συμπέρασμα πως πρόκειται για έναν στοχαστή, έναν πρωτοπόρο, έναν ανήσυχο και ασυμβίβαστο διανοούμενο, που ανάμεσα στους τρόπους έκφρασής του επέλεξα και τον κινηματογράφο.
Ο Δήμος Θέος γεννήθηκε στα Άγραφα Καρδίτσας, το 1935. Σπούδασε κινηματογράφο στη Σχολή Σταυράκου και ξεκίνησε την καριέρα του ως βοηθός σκηνοθέτη και διευθυντής παραγωγής, ενώ ασχολήθηκε και με το θέατρο.

με το Ν. Παναγιωτόπουλο και το Γ. Πανουσόπουλο 
Το 1963 σκηνοθέτησε _από κοινού με το Φώτο Λαμπρινό- τη μικρού μήκους ταινία «Εκατό ώρες του Μάη». Στην ταινία παρουσιάζονται τα γεγονότα της δολοφονίας του ανεξάρτητου βουλευτή της Αριστεράς, Γρηγόρη Λαμπράκη, αλλά κυρίως, μέσω αυτών, αποκαλύπτεται όλη η λειτουργία του παρακράτους, η οποία οδήγησε σε αυτή τη δολοφονία.

Το 1967, πριν από το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου, ο Δήμος Θέος σκηνοθετεί μια από τις σημαντικότερες ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου, το «Κιέριον». Πρόκειται για μια εντελώς πρωτοποριακή ματιά επάνω στην ιστορία, αλλά και επάνω στο θέμα που απασχολεί τον σκηνοθέτη σε ολόκληρο το μετέπειτα έργο του: την ενότητα του χρόνου, η οποία επιτυγχάνεται με την προσφυγή στο παρελθόν, σε μια προσπάθεια ένταξής του σε ένα ευρύτερο κοινωνικό πλαίσιο. Η ταινία αρχίζει με άνα απόσπασμα από τα ‘Γεωγραφικά’ του Στράβωνα, ενώ στη συνέχεια μας εισάγει στην ιστορία της, που αποτελεί μια σαφή αναφορά στη δολοφονία του αμερικανού δημοσιογράφου Τζορτζ Πολκ, το 1948. Τοποθετώντας τη δράση σε σύγχρονο χρόνο, θέλοντας να δείξει αυτό που προαναφέρθηκε, δηλαδή τη διαχρονικότητα, την ενότητα του κοινωνικού χωρόχρονου.

Σε ένα πρώτο επίπεδο, η ταινία είναι ένας συγκερασμός δημοσιογραφικής έρευνας και αστυνομικής ταινίας, το πρώτο ελληνικό φιλμ νουάρ, όπως έχει επανειλημμένα ειπωθεί. Επίπλέον, αποτελεί την πρώτη ανοιχτά πολιτική ταινία στην Ελλάδα, αλλά και την πρώτη συλλογική δουλειά αυτού που μετέπειτα ονομάστηκε Νέος Ελληνικός Κινηματογράφος, σε μια αντιπαράθεση με τον μέχρι εκείνη τη στιγμή δεσπόζοντα εμπορικό κινηματογράφο. Έτσι, πέρα από τη συμμετοχή του Κώστα Σφήκα στο σενάριο (μαζί με το Θέο), του Γιώργου Πανουσόπουλου στη διεύθυνση φωτογραφίας και του Βαγγέλη Σερντάρη στο μοντάζ, εμφανίζονται σε μικρούς ρόλους πολλοί, γνωστοί στη συνέχεια σκηνοθέτες, όπως ο Θόδωρος Αγγελόπουλος, ο Σταύρος Τορνές, ο Κυριάκος Κατζουράκης, ο Κώστας Σφήκας, ο Κώστας Φέρρης, η Τώνια Μαρκετάκη, ο Γιώργος Κατακουζηνός. Το «Κιέριον» δεν προβλήθηκε στην Ελλάδα παρά μόνον μετά την πτώση της δικτατορίας, καθώς ήταν απαγορευμένο από τη λογοκρισία. Αφού το είδαν σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες, ήρθε η ώρα να το δουν και οι έλληνες θεατές, το 1974, στοπ Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, όπου και βραβεύτηκε.

Οι δύο αυτές πρώτες ταινίες, δηλαδή οι «Εκατό ώρες του Μάη» και το ¨Κιέριον», μπορούν να ειδωθούν ως μία ενότητα αφού πέρα από τη θεματική συγγένειά τους (λειτουργία του παρακράτους, κατευθυνόμενη δικαιοσύνη), ενοποιούνται και «από την ποιητική και τη φόρμα της ‘γραφής’ τους» (περ. Μονόκερως, ΄0.π.) και, ακόμη «οριοθετούν κυριολεκτικά τη στιγμή και τις συνθήκες μέσα στις οποίες γεννιέται ο αποκαλούμενος Νέος Ελληνικός Κινηματογράφος» (ό.π.).

Με τη «Διαδικασία, το 1974, ο Θέος επιχειρεί μια προσέγγιση του μύθου της Αντιγόνης. Η αρχαιοελληνική τραγωδία χρησιμοποιείται με τρόπο που να αναδεικνύεται η διαχρονικότητα των κοινωνικών δομών, μέσω της ανασύνθεσης των δομών του παρελθόντος και της αντιστοίχησής τους με τις σύγχρονες δομές. Έτσι, βλέπουμε την Αντιγόνη να αντιπροσωπεύει τις παραδοσιακές αξίες, σε αντίθεση με τον Κρέοντα, ο οποίος είναι φορέας της νέας δύναμης, της ανερχόμενης εξουσίας. Ως εκ τούτου, η διάσταση του μύθου αποκτά μια διαχρονικότητα και μπορεί να ειδωθεί και μέσα από τη σύγχρονη εποχή. Όλα αυτά, βέβαια, όσο απείχαν από τη συνηθισμένη αναπαράσταση της αρχαιοελληνικής τραγωδίας, άλλο τόσο απείχαν από το συμβατικό σινεμά, με αποτέλεσμα η κριτική της εποχής να υποδεχτεί τουλάχιστον με αμηχανία την άκρως ενδιαφέρουσα και πρωτοποριακή ανάγνωση του μύθου, όπως την πρότεινε ο Δήμος Θέος.

Έπρεπε να περ΄σουν περίπου δεκατέσσερα χρόνια μέχρι να γυρίσει ο Δήμος Θέος την επόμενη ταινίας του. Η χρονιά ήταν το 1988 και η ταινία «Ο καπετάν Μεϊντάνος (Η εικόνα ενός μυθικού οπλαρχηγού)». Εδώ, μέσα από μια διαυγή/καθαρή ελληνικότητα, μακριά από κάθε είδους πατριδοκαπηλίες και σοβινισμούς, ο σκηνοθέτης κάνει μια σύνθεση του παρόντος, της ιστορίας και του μύθου. Η αναζήτηση της απάντησης στην ερώτηση «τι είναι πραγματικό» κυριαρχεί σε ολόκληρη την ταινία. Όλα ξεκινούν όταν ένας διπλωμάτης (παρόν) μελετά ια αγιογραφία, η οποία σχετίζεται με τη δράση του Καπετάν Μεϊντάνου, ενός οπλαρχηγού που έδρασε τον 17ο αιώνα. Παράλληλα, παρακολουθούμε την ιστορία της κατασκευής της εικόνας (μύθος), αλλά και τις αφηγήσεις κάποιων μοναχών (ιστορία) για την εικόνα και τον εικονογράφο της. Η έννοια του Τόπου –εν προκειμένω του ελληνικού- που συναντάμε τόσο στο «Κιέριον» όσο και τη «Διαδικασία» είναι κυρίαρχη και εδώ.

Ο «Ελεάτης Ξένος», που γυρίστηκε το 1995, είναι η τέταρτη και τελευταία ταινία του Θέου. Αν θέλουμε να αναφερθούμε σε ένα κοινό στοιχείο με τις προηγούμενες, αυτό είναι εκείνο της αναζήτησης, κάτι που υπάρχει τόσο στο «Κιέριον» όσο και στον «Καπετάν Μεϊντάνο». Η δράση εκτυλίσσεται στις αρχές της δεκαετίας του 1990, όταν η νεαρή Γερμανίδα Χάνα έρχεται στην Ελλάδα ακολουθώντας μια αρχαιολογική αποστολή που έχει προορισμό την Κρήτη. Με την ευκαιρία αυτή, η Χάνα αποφασίζει να αναζητήσει το παρελθόν της, αφού η ίδια υπήρξε καρπός της σχέσης της –νεκρής μια- μητέρας της με έναν Έλληνα ποιητή, τον Αρέθα Πωγωνάτο (ο οποίος χρησιμοποιούσε το ψευδώνυμο Ελεάτης Ξένος), Αναζητώντας, λοιπόν, τον πιθανό πατέρα της, ταξιδεύει στον ελληνικό Τόπο, για να μάθει τελικά ότι εκείνος δολοφονήθηκε από τους συγγενείς του, λόγω της μεγάλης του περιουσίας. Στο τέλος, και η ίδια η Χάνα θα πέσει θύμα δολοφονίας, από τον ίδιο κύκλο ανθρώπων, οι οποίοι φοβούνται πως ήρθε για να διεκδικήσει την περιουσία της. Η ματιά του Θέου επάνω στη σύγχρονη Ελλάδα, με εφόδιο την αρχαιότητα, επανατοποθετεί το ζήτημα της ενότητας του κοινωνικού χωρόχρονου.

Εκτός από τις ταινίες μεγάλου μήκους, το 1983 ο Δήμος Θέος γύρισε και το δίωρο «Υπερρεαλιστικό χάπενινγκ», ένα ντοκιμαντέρ για τους έλληνες υπερρεαλιστές. Έχει, επίσης, σκηνοθετήσει για την τηλεόραση τη σειρά «Ελληνισμός και Δύση» (11 επεισόδια), διάφορα επεισόδια για την εκπομπή «Παρασκήνιο», κ.α. Αρκετά πλούσιο είναι και το συγγραφικό του έργο, το οποίο αλληλοσυμπληρώνεται με το κινηματογραφικό. Αξίζει εν συντομία να αναφέρουμε ορισμένους τίτλους βιβλίων, όπως «Φορμαλισμός: Γλώσσα, λογοτεχνία, κινηματογράφος» (Αιγόκερως, 1981), «Εικόνες-Ο δογματικός ιστός και η ευχαριστηριακή φυσιογνωμία της αγιογραφίας» (Αιγόκερως, 1985), «Το αισθητικό και το ιερό: Από τον Αλμπέρτι στον Λέσσινγ» (Αιγόκερως 1988), «Μανιάκ Μπέης» (Οδυσσέας, 1994). Εξίσου σημαντική, όμως, είναι και η αρθογραφία του σε διάφορα περιοδικά. Τα κείμενά του χαρακτηρίζονται από μια βαθιά γνώση του αντικειμένου, που αφενός βοηθά τον αναγνώστη να προσεγγίσει το θέμα, αφετέρου λειτουργεί ως ερέθισμα ώστε να επιδιώξει, μόνος του πλέον, να μάθει ακόμη περισσότερα. Χαρακτηριστικά μπορούμε να αναφέρουμε το κείμενο που δημοσίευσε ο Θέος στο περιοδικό Σύγχρονος Κινηματογράφος (τεύχος 24-25, 1980), με τίτλο «Ο μετακινηματογράφος του Werner Nekes»με αφορμή ένα αφιέρωμα που είχε γίνει στο Ινστιτούτο Γκαίτε γι’ αυτόν τον –άγνωστο στην Ελλάδα- πρωτοπόρο κινηματογραφιστή. Όταν ο συγγραφέας γράφει ότι «ο όρος μετακινηματογράφος χαρακτηρίζει τον κινηματογράφο εκείνο που έχει σαν θέμα –κατά κύριο λόγο- τον ίδιο τον εαυτό του, δηλαδή τα φιλμικά υλικά και τις δομές του», δεν είναι δυνατός να μη σου προκαλέσει την επιθυμία, όχι μόνον να διαβάσεις παρακάτω, αλλά και (τελειώνοντας το κείμενο και έχοντας πολλές απορίες) να αναζητήσεις τρόπους για να μάθεις περισσότερα για τον Νέκες και να δεις τις ταινίες του. Αντίστοιχα στο περιοδικό Μονόκερως (τεύχος 14, 2003), ο Δήμος Θέος ‘θυμάται’ τον φίλο του Σταύρο Τορνέ. Σε τούτες τις «Ενθυμίσεις», ο Θέος μιλάει έξω από τα δόντια, με την τόλμη και την καθαρότητα που πάντα τον χαρακτήριζαν, για τον ιδεολόγο αγωνιστή, τον συναισθηματικό φίλο, τον ‘σταλινικό που κατέληξε ελευθεριακός’, τον ασυμβίβαστο καλλιτέχνη που η εξουσία τον εκδικήθηκε, αλλά που «το έργο του θα είναι πάντα εδώ, θα υπάρχει για να θυμίζει στους επιγόνους το πέρασμα του Σταύρου Τορνέ από τη χώρα των Λαισρυγόνων». Αδύνατον, μετά την ανάγνωση, να μην αναζητήσεις να μάθεις περισσότερα για τον Τορνέ και τις ταινίες του. Το εν λόγω κείμενο του Θέου, μεταφρασμένο στα ιταλικά, δημοσιεύτηκε στον κατάλογο που κυκλοφόρησε το Φεστιβάλ του Τορίνου με αφορμή ένα αφιέρωμα στον Τορνέ. Στο τεύχος 200 (Αύγουστος 1973) του γερμανικού περιοδικού Filmkritik, ο Δήμος Θέος δημοσίευσε, επίσης, το εκτενές κείμενο «Film in Griechenland», όπου αναφέρεται στους σταθμούς –κατά την άποψή του- του ελληνικού κινηματογράφου. Ένα πάρα πολύ σπουδαίο κείμενο είναι, ακόμη, «Ο γερρμανικός κινηματογράφος της περιόδου 1913-1933», το οποίο αποτελεί μέρος διαλέξεων που είχε δώσει στο πολιτιστικό κέντρο «Η Διαθήκη του Ορφέα», την περίοδο 1990-1991. Τέλος, εάν ανατρέξει κανείς στα πρακτικά του Β΄ Συμποσίου Ποίησης, που πραγματοποιήθηκε το 1982 στην Πάτρα, αξίζει να σταθεί στην εισήγηση του Θέου με τίτλο «Ποιητική επιστήμη και ποίηση», στην οποία Δήμος Θέος καταλήγει: «Γι’ αυτό η φυσιογνωμία της ποίησης θα μας θυμίζει πάντα εκείνον τον αραβικό Φοίνικα του Ηροδότου, που όλοι γνώριζαν την ύπαρξή του, αλλά κανείς δεν ήταν σε θέση να τον δείξει».

Άξιο λόγου είναι επιπλέον και το διδακτικό έργο του Δήμου Θέου, αφού όσοι σπουδαστές κινηματογράφου είχαν την ευτυχία να περάσουν από τα χέρια του, μιλούν με τα καλύτερα λόγια για τη δουλειά του «δασκάλου» τους.           
----------------------------------------------------
* Αναδημοσίευση από το τελευταίο τεύχος (Νο 19) του περιοδικού


μετά από ευγενική παραχώρηση του δικαιώματος από τη διεύθυνσή του

                        

                                        φιλμογραφία

 
Εκατό Μέρες του Μάη 1963
Μαζί με το Φώτο Λαμπρινό
Δραματοποιημένο Ντοκιμαντέρ για τη δολοφονία στη Θεσσαλονίκη του ανεξάρτητου βουλευτή της Αριστεράς Γρηγόρη Λαμπράκη

Κιέριον 1968
Φιλελεύθερος δημοσιογράφος κατηγορείται για τη δολοφονία ενός Αμερικανού συναδέλφου του, αλλά καταφέρνει να ξεφύγει από τη μηχανορραφία του παρακράτους. Ελεύθερος, αρχίζει να ερευνά την αλήθεια. Εμπνεόμενη από την υπόθεση Πολκ, αλλά και από το φιλμ νουάρ, μια άκρως πολιτική ταινία πάνω στους μηχανισμούς του  παρακράτους στη χουντική Ελλάδα.

 
Διαδικασία 1976
 Άγγελος Σφακιανάκης Κώστας Σφήκας Ελένη Μανιάτη  Νίκος Κούρος Γιώργος Μπαλής
Μια νέα ματιά στην ανάγνωσης του Μύθου πάνω στην Τραγωδία της Αντιγόνης.

 Καπετάν Μεϊντάνος 1987
Τζούλιο Μπρότζι, Μενέλαος Ντάφλος, Γιώργος Μιχαλακόπουλος, Παναγιώτης Μποτίνης, Ηλίας Γκέκας
Η ταινία αποτελεί ένα τρίπτυχο: πραγματικό-ιστορικό-μυθοπλαστικό. Στο Πραγματικό ένας πρόξενος που κάνει μια μελέτη για τον οπλαρχηγό Μεϊντάνο, βρίσκει μια αγιογραφία σ` ένα μοναστήρι που συσχετίζεται με την έρευνά του αλλά από την οποία λείπει η κεντρική εικόνα. Στη Μυθοπλασία μεταφερόμαστε στα 1715 και παρακολουθούμε τον αγιογράφο Βάιο, που βρίσκει σ` ένα χάνι μια σκλάβα η οποία μοιάζει με την ερωμένη του Μεϊντάνου

 
 

«Ελεάτης Ξένος» (1996)
Η τραγικότητα της ύπαρξης και η εποχή του μίσους















Σάββατο, 13 Ιανουαρίου 2018

Το Χωράφι (The Field): μια ξεχασμένη εργάρα !!!



Το Χωράφι (The Field) 1991 

ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Jim Sheridan
ΗΘΟΠΟΙΟΙ: Richard Harris, Sean Bean, Brenda Fricker, Tom Berenger

    Πρόκειται για τη δεύτερη δημιουργία του μεγάλου Ιρλανδού Σκηνοθέτη Τζιμ Σέρινταν (Το Αριστερό μου Πόδι, 1990, Εις το Όνομα του Πατρός, 1994). Ένα καθηλωτικό έργο  με γρήγορο ρυθμό που αναφέρεται στα χρόνια του 1920. Η σκληρή ζωή των αγροτών ενός ιρλανδικού χωριού που όπως οι πρόγονοί τους κουβαλούν τα φύκια από τη θάλασσα στους βράχους να ξεραθούν. Με έναν Ρίτσαρντ Χάρρις να δεσπόζει στο ρόλο ενός αυταρχικού και αγροίκου αγρότη -στον τελευταίο ίσως μεγάλο ρόλο της καριέρας του- που αρνείται να πουλήσει το χωράφι του στον πλούσιο Αμερικάνο (Τομ Μπέρεντζερ).
 
Α

Πέμπτη, 5 Οκτωβρίου 2017

Εξήντα χρόνια … σινεφίλ !!!


 

Συμπληρώνοντας φέτος το 70ο έτος της ηλικίας μου, συμπλήρωσα και εξήντα χρόνια λάτρης της Έβδομης Τέχνης καθώς οι ακατάλυτοι μέχρι σήμερα δεσμοί μου με αυτήν, ξεκίνησαν στην ηλικία των δέκα, το σωτήριο έτος 1957. Και γι’ αυτήν την επέτειο και αρχή θα σας παραθέσω κάποια αποσπάσματα από το βιβλίο μου «Τα Φορτηγά και Άλλες Ιστορίες» (εκδόσεις ΑΠΟΠΕΙΡΑ) στο οποίο υπάρχει εκτενής αναφορά σε εκείνες τις εμπειρίες του Κινηματογράφου. 

 ……………………………………………………………..
Είχε λοιπόν ο Πρεβεζάνος ένα αμάξι στέισον με ένα με­γάφωνο σαν χωνί πάνω στην οροφή του, ενώ στο πίσω μέ­ρος κουβάλαγε τα σύνεργα της προβολής: τη μηχανή, τις μπομπίνες, την ταμπέλα με τις φωτογραφίες, τη γεννή­τρια, το πανί, το μαγνητόφωνο με τα καρούλια και το ξύ­λινο μεγάφωνο. Ερχόταν κατά το σούρουπο, συνήθως τις Τετάρτες και τα Σάββατα.
Έμπαινε στο χωριό διαλαλώντας το έργο με λόγια εντυπωσιακά και χαρακτηρισμούς που ξεσήκωναν τη φα­ντασία και παρ’ ότι έτρωγε το ρο, εκείνη η πνιχτή και συ­νάμα διαπεραστική φωνή του μεγάφωνου ήταν για μας ένα ουράνιο κάλεσμα. Ακόμη και οι λέξεις : « Αϊστούγημα, υπεθέαμα, πεϊπέτεια, δάση » ήταν ό,τι πιο γλυκό ακούγαμε εκείνα τα χρόνια. Κάποιες φορές βέβαια δε φώναζε καθό­λου το έργο, γιατί ο συνωστισμός του ρο στους τίτλους και στα ονόματα των ηθοποιών ήτανε τόσο μεγάλος, που κα­θιστούσε παράτολμη κάθε ιδέα εκφώνησης. Το Θησαυρό της Σιέρρα Μάντρε π.χ. με τον Χάμφρεϋ Μπόγκαρτ δεν τον θυμάμαι, αλλά και να τον είχε φέρει, αποκλείεται να τον εί­χε αναγγείλει από το μεγάφωνο.
Έτσι, όταν βλέπαμε το αμάξι να μπαίνει στο χωριό σι­ωπηλό, μας έπιανε μεγάλη λαχτάρα να μάθουμε αν έρχε­ται να παίξει σε μας. Στηνόμασταν στην άκρη του δρόμου και όταν πλησίαζε, ρωτούσαμε όλοι με μια φωνή : « Μπαρ­μπα-Τάκη, εδώ ; Μπαρμπα-Τάκη, εδώ ; δείχνοντας στο « εδώ » με το δάχτυλο προς το χώμα. Αυτός απαντούσε με δύο τρόπους : ή έκανε πως δε μας έβλεπε και συνέχιζε αδιά­φορος την οδήγησή του, ή άφηνε το ένα χέρι από το τιμόνι, το σήκωνε ψηλά και το κατέβαζε μεγαλοπρεπώς προς τα σκέλια του, λέγοντάς μας : « Εδώ ! » Οπότε εμείς, βάσει μιας σχετικής σημειολογίας που είχαμε αναπτύξει, στην πρώτη περίπτωση καταλαβαίναμε ότι πάει να παίξει σε άλλο χω­ριό και μελαγχολούσαμε. Ενώ στη δεύτερη… ἀγάλλου Ἰε­ρουσαλήμ ! Ήμασταν σίγουροι ότι θα παίξει σε μας και μά­λιστα κάποιο έργο με πολλά ρο στους τίτλους που τον εί­χανε τσαντίσει. Τότε αυτομάτως σκορπίζαμε και περιτρέ­χαμε τις αλάνες των παιχνιδιών αναγγέλλοντας τη χαρμό­συνη είδηση : « Ήρθε σινεμάαας ! » « Ήρθε σινεμάαας ! »
…………………………………………………………
Την ώρα του φαγητού που τα καφενεία αδειάζανε, γίνονταν και οι ετοιμασίες της αίθουσας. Κρεμούσαν στον τοίχο το άσπρο πανί, ένα λερωμένο καραβόπανο με μεταλλικούς κρίκους στις γωνίες που το λέγαμε άσπρο, γιατί δε γνωρίζαμε ακόμη τις αποχρώσεις του γκρι. Είχε μάλιστα στη μέση και δυο μεγάλες λαδιές, που μόνο στα διαλείμματα τις προσέχαμε, όταν από τη μια μας έτρωγε η περιέργεια για το τι θα γινότανε παρακάτω στο έργο και από την άλλη μας έπιανε ένας φόβος μην τυχόν και μας πετάξουν έξω οι καφετζήδες, καθώς χωνόμασταν πάντα χωρίς εισιτήριο.  Τρώγαμε τότε τα νύχια μας και αποφεύγαμε να κοιτάζουμε δεξιά και αριστερά για να μη δίνουμε τάχατες στόχο. Κολλάγαμε το βλέμμα στην οθόνη και περιεργαζόμασταν τις δυο λαδιές, που η μια τους έμοιαζε με τη νήσο Ζάκυνθο, αλλά όταν κάναμε γεωγραφία της Ευρώπης, είδα ότι έμοιαζε πιο πολύ με τη Σικελία. Ενώ η άλλη, μια μακρόστενη, έφερνε προς τη νήσο Κάρπαθο ! Τραβούσαν τις χοντρές πράσινες κουρτίνες σε όλες τις τζαμόπορτες, μάζευαν τα τραπέζια κάτω από την οθόνη και ακουμπούσαν πάνω τους το μεγάφωνο. Μόνο ένα τραπέζι άφηναν στη θέση του, ένα στρογγυλό ξύλινο, δίπλα από το πανί στη γωνία. Το άφηναν γιατί δυο τρεις γέροι που συνήθιζαν να κάθονται σε αυτό, δεν το άλλαζαν ούτε την ώρα της προβολής ! Έβλεπαν δε το έργο υπό τέτοια γωνία, που οι εικόνες της οθόνης έπαιρναν κάτι ψηλόλιγνα σχήματα ! Κάνα δυο φορές μάλιστα, που είχε πολύ κόσμο και κάτσαμε εκεί κοντά, τρομάξαμε ! Τα άλογα έμοιαζαν με καμήλες και όλοι οι άνθρωποι μακροπρόσωποι, σαν εκείνες τις ασκητικές φιγούρες που έχουν οι πίνακες του Γκρέκο. Μέχρι και ο στρογγυλοπρόσωπος Αυλωνίτης έφερνε προς Ινδαλγό του κόμητα Οργκάθ ! Βάζανε τις καρέκλες σε σειρές και κάπου στη μέση άφηναν ένα διάδρομο να περνάνε στα διαλείμματα οι καφετζήδες, με τα παστέλια, τα υποβρύχια και τις πορτοκαλάδες. Εκτός βέβαια από την καρέκλα του μπαρμπα-Παναγιώτη, ενός θαμώνα που φρόντιζε να βρίσκεται εκείνη την ώρα στο καφενείο. Έλεγε ότι δε θέλει να δει το έργο και για να μην πληρώσει το εισιτήριο, γύριζε επιδεικτικά την καρέκλα προς την αντίθετη από τις άλλες κατεύθυνση και αντί να βλέπει προς το πανί, έβλεπε προς το καμαράκι τής μηχανής! ………………………………………………

Πέμπτη, 17 Αυγούστου 2017

Ένα ισπανικό μάθημα στην αμερικανιά !!!


 

 
 
Κανείς δεν Μπορεί να μας Σώσει!(Que Dios nos Perdone) Ισπανία 2016

Σκηνοθεσία: Ροντρίγκο Σορογκόγιεν Σενάριο: Ισαμπέλ Πένια, ςΜοντάζ: Αλμπέρτ ντελ Κάμπο, Φερνάντο Φράνκο Μουσική: Ολιβιέρ Αρσόν Πρωταγωνιστούν: Αντόνιο ντε λα Τόρε, Ρομπέρτο Άλαμο, Χαβιέ Περέιρα.

 


Πηγαίνοντας εψές το βράδυ στο θερινό της γειτονιάς μου, μετά την επιστροφή στο Κλεινόν Άστυ, και με μοναδικά κριτήρια: το φτηνό εισιτήριο της Τετάρτης, το «αστυνομικό θρίλερ» και το «Ισπανία», έπεσα πάνω σε μια απροσδόκητη και τεράστια θετική έκπληξη!

Μια ιστορία serial killer που εξελίσσεται στην Μαδρίτη τον Αύγουστο του 2011 εν μέσω των μαχητικών διαδηλώσεων της κρίσης και του πυρετού της αναμενόμενης επίσκεψης του Πάπα. Και έρχεται αυτός ο Σορογκόγιεν να χειριστεί το θέμα με έναν εντελώς δικό του τρόπο που και το θεατή αιχμαλωτίζει και στις βασικές αρχές της 7ης Τέχνης πατάει.

Κοινωνικός προβληματισμός, μελέτη χαρακτήρων σε βάθος και όχι «άντε να πιάσουμε το δολοφόνο να πάμε για ύπνο». Όπως είναι ο κανόνας για τους Αμερικανούς συναδέλφους του.

Και αν μετά από πολύ καιρό αποφασίζω τώρα να γράψω για ταινία είναι που τη σκέφτομαι έντονα από το πρωί και νιώθω πως θα την σκέφτομαι για καιρό ακόμα.

Κατ’ αρχή είναι το στοιχείο της υποβάθμισης, λόγω επίσκεψης Πάπα, που επιθυμεί η αστυνομική διοίκηση και αναθέτει την υπόθεση σε δυο αστυνομικούς του «πεταμάτου»: τον δυσλεξικό και άκρως περίεργο Αλβέρδε και τον ευτραφή και επιρρεπή σε συνεχείς καβγάδες –μέχρι και με δυο συναδέλφους του πλακώνεται δημόσια για 20 λεπτά που αρνήθηκαν να του δώσουν για να συμπληρώσει το ποσόν που είχε ρίξει σε κάποιο μηχάνημα- Άλβαρο. Και αν με ρωτήσετε τώρα αν είναι τυχαίο που και τα δυο ονόματα αρχίζουν από «Αλβ» θα απαντήσω όχι, μιας και σε όλη την ταινία η κάθε λέξη το κάθε μικροσυμβάν
έχουν τη σημασία τους. Μόνο που οι γνώσεις μου στην ισπανική δεν μου επιτρέπουν να το προχωρήσω το πράγμα.

Και για να μη σας κουράζω θα αναφέρω μερικές από τις μεγάλες αρετές της ταινίας, αποφεύγοντας οποιαδήποτε αναφορά στην εξέλιξη του τόσο συναρπαστικού και απρόβλεπτου στόρυ.

Η διείσδυση στους χαρακτήρες των ηρώων με τα κοινωνικά, οικογενειακά, ερωτικά και υπαρξιακά τους προβλήματα. Ο μοναδικός σκηνοθετικός χειρισμός σκηνών όπως ο καυγάς που προανέφερα, το κυνηγητό του δολοφόνου μέσα στο τεράστιο πλήθος των διαδηλωτών και η σκηνή του τέλους που, για μένα, συνιστούν επιτεύγματα σεμιναριακού επιπέδου θα αφήσουν ισχυρό αποτύπωμα στην αγαπημένη μας τέχνη. Αλλά και η μουσική! Τι εκπληκτική υπόκρουση, τι περίεργη, τι παράξενη και πόσο ανεβάζει την ταινία.

Θα μπορούσα να  γράψω και άλλα και άλλα και να μην τελειώνω αλλά θα πρέπει κάπου εδώ να σταματήσω και να σας παροτρύνω από καρδιάς: να μην τη χάσετε αυτή την ταινία!




 

Πέμπτη, 23 Φεβρουαρίου 2017

ΝΙΚΟΣ ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ: Ο Θεμελιωτής του Ελληνικού Κινηματογράφου !!!



 


Και ο τίτλος αυτός ουδόλως αποτελεί προϊόν κάποιας συναισθηματικής υπερβολής εξαιτίας του χθεσινού του θανάτου. Αποτελεί κοινή διαπίστωση πολλών διορατικών ανθρώπων της Τέχνης που εκείνη την εποχή (1956) με την ταινία του «Ο Δράκος», ο Νίκος Κούνδουρος έφερε τα πάνω κάτω στο φτωχό ελληνικό κινηματογραφικό τοπίο με μια ταινία που ενώ είχε στοιχεία ιταλικού νεορεαλισμού, γερμανικού εξπρεσιονισμού και γαλλικού φιλμ-νουάρ, δεν μπορούσες με τίποτα να την εντάξεις σε μια από τις πιο πάνω σχολές. Γιατί διέθετε μια αυθεντικότητα και έναν μοντερνισμό πρωτοφανή όχι μόνο για την ελληνική αλλά και για την ευρωπαϊκή κινηματογραφική πραγματικότητα. Εξ’ ου και οι έντονες διαφορετικές απόψεις και συγκρούσεις που προκάλεσε. Με αποτέλεσμα –όπως γράφει ο Στάθης Βαλούκος στο βιβλίο του Ελληνική Φιλμογραφία- να διαβάζεις κάτι περίεργα πράγματα και να βλέπεις πως τη στιγμή που η ταινία θαβόταν από Δεξιά και Αριστερά:

«Μια κακή ταινία. Ψεύτικη, φτιαχτή, γεμάτη υπερβολές. Μόνο μια αρρωστημένη φαντασία είναι δυνατόν να διανοηθεί και να παρουσιάσει τέτοια τέρατα. Κρίμα! Κρίμα! Κρίμα!" Αχ. Μαμάκης (ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ)».

« Η λύση που δίνει αποδείχνεται πολύ σφαλερή, επομένως δεν υπάρχει λύση. Ο κύριος Καμπανέλλης δεν θέλει να δει λυτρωτικάς δυνάμεις μέσα στη σύγχρονη πραγματικότητα..." Α. Μοσχοβάκης (Η ΑΥΓΗ)».

Την ίδια στιγμή υπήρχαν και οι διορατικοί αλλά και θαρραλέοι άνθρωποι που δεν μάσησαν τα λόγια τους:

"...φιλμ συναρπαστικό με ποιητική έμπνευση που φτάνει σε στιγμές αληθινής έκστασης" Φρανσουά Τριφό.

"..ο κινηματογράφος μας απέκτησε την πρώτη του ταινία και το 1956 πρέπει να θεωρείται σαν η χρονιά του περάσματος από την Προϊστορία στην Ιστορία του Ελληνικού κινηματογράφου". Β. Ραφαηλίδης

"...ο Δράκος αποτελεί τη συγκλονιστική προσφορά της Ελλάδος στη διεθνή κινηματογραφική ποίηση". Ρ. Σώκου

"Ο Δράκος πηγαίνει πολύ μακρύτερα και πολύ βαθύτερα από όποια άλλη ελληνική ταινία". Μ.Πλωρίτης

"Πρόκειται για μια από τις πιο ενδιαφέρουσες ταινίες που μας προσέφερε τελευταία το ευρωπαϊκό κλίμα". Μ. Καραγάτσης

"Ο ελληνικός κινηματογράφος γέννησε με το Δράκο, τον πρώτο καλλιτέχνη, τον σκηνοθέτη Νίκο Κούνδουρο". Νίκος Τσιφόρος.

 

Ο Νίκος Κούνδουρος γύρισε πολλές ταινίες και δοκίμασε πολλά στυλ και τεχνικές. Όμως για μένα  οι τρεις πρώτες του είναι αυτές που ταιριάζουν στον τίτλο του αφιερώματος:

 

Μαγική Πόλις (1954)

 

 
 
 
 
 

Ταινία με έντονες επιρροές από το νεορεαλισμό όπου άνθρωποι του καθημερινού μόχθου στην προσπάθειά τους για μια καλύτερη ζωή μπλέκουν με τον υπόκοσμο του λιμανιού.

 Πρωταγωνιστούν: Γιώργος Φούντας, Θανάσης Βέγγος (το κινηματογραφικό του ντεμπούτο), Μάνος Κατράκης, Μαργαρίτα Παπαγεωργίου, Μίμης Φωτόπουλος, Στέφανος Στρατηγός. Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις  Σενάριο: Μαργαρίτα Λυμπεράκη

 

Ο Δράκος (1956)

 


 
Ένας ασήμαντος τραπεζικός υπάλληλος ετοιμάζεται να περάσει μόνος τις διακοπές της Πρωτοχρονιάς όταν τρομοκρατημένος συνειδητοποιεί ότι μοιάζει μ’ έναν κακοποιό που οι εφημερίδες αποκαλούν «Ο Δράκος». Λόγω της παρεξήγησης, η αστυνομία τον καταδιώκει και αυτός βρίσκει καταφύγιο σ’ ένα καμπαρέ. Μες στη διφορούμενη γοητεία της νύχτας, μία συμμορία του υποκόσμου τον αντιμετωπίζει ως τον γνήσιο Δράκο και μία χορεύτρια του καμπαρέ τον συμπαθεί. Σταδιακά ταυτίζεται με τον καινούργιο του ρόλο, και η επιθυμία του να δραπετεύσει απ’ την γκρίζα του ζωή και να γίνει «κάποιος» τον ωθεί στο να ηγηθεί μιας ληστείας αρχαιοτήτων. Όταν αποκαλύπτεται η αλήθεια, ο Δράκος βρίσκει τραγικό τέλος.
Πρωταγωνιστούν: Ντίνος Ηλιόπουλος Μαργαρίτα Παπαγεωργίου   Γιάννης Αργύρης Θανάσης Βέγγος Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις  Σενάριο: Ιάκωβος Καμπανέλης

 

Οι Παράνομοι (1958)

 

Τρεις παράνομοι, ο ένας σκότωσε τον δοσίλογο που έγινε αιτία να εξολοθρευτεί ένα ολόκληρο χωριό από τους Γερμανούς, ο άλλος είναι φυγόδικος του εμφυλίου και ο τρίτος σκότωσε τον αδελφο του πάνω σε μία διαμάχη για ένα κομμάτι γη, συναντιούνται πάνω στα βουνά και ενώνουν τις δυνάμεις τους για να διαφύγουν της χωροφυλακής που τους κυνηγά. Ακολουθούν μία πορεία προς την θάλασσα την οποία θεωρούν και ως μόνη τους σωτηρία...                                                         
Πρωταγωνιστούν: Τίτος Βανδής, Πέτρος Φυσσούν, Ανέστης Βλάχος, Νέλλη Αγγελίδου, Γιώργος Οικονόμου. Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις.Σενάριο: Νίκος Κούνδουρος

Τετάρτη, 28 Δεκεμβρίου 2016

ΤΑΙΝΙΕΣ ΕΛΛΗΝΩΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΩΝ ΠΟΥ ΔΕΝ ΑΝΤΕΞΑΝ ΣΤΟ ΧΡΟΝΟ !!!



Σημείωση1: Σίγουρα και πρόκειται για υποκειμενικές κρίσεις και δεν επιθυμώ να σας στενοχωρήσω μέρες που είναι. Πάρα μόνο να σας ευχηθώ Χρόνια Πολλά, υγεία και νέες κινηματο-γραφικές απολαύσεις για τη χρονιά που έρχεται.

 

Η κατάταξη των ταινιών γίνεται με χρονολογική σειρά:

 

1. ΧΑΠΠΥ ΝΤΑΙΗ(1976)

 

 



ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Παντελής Βούλγαρης

ΣΕΝΑΡΙΟ: Παντελής Βούλγαρης βασισμένο στο μυθιστόρημα του Ανδρέα Φραγκιά «Ο Λοιμός»


Δ/ΝΤΉΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΊΑΣ:  Γιώργος Πανουσόπουλος


ΜΟΥΣΙΚΗ: Διονύσης Σαββόπουλος
ΗΘΟΠΟΙΟΙ: Στάθης Γιαλελής, Γιώργος Μοσχίδης, Κων/νος Τζούμας, Ζωρζ Σαρή κ.α.
 

Πρόκειται για την πρώτη προσπάθεια κινηματογραφικής εξιστόρησης της φρίκης της Μακρονήσου. Αυτού του κολαστηρίου-ξερονησιού απέναντι από το Λαύριο που από το 1947 μέχρι τις αρχές του 1950 χρησιμοποιήθηκε σαν στρατόπεδο «Εθνικής Αναμόρφωσης» για πολιτικούς κρατούμενους και ύποπτους αριστερών φρονημάτων φαντάρους.
Μιας ταινίας που μέσα στον αριστερό και δημοκρατικό οίστρο της Μεταπολίτευσης γνώρισε την αποθέωση από το κοινό και απέσπασε περί τα 10 βραβεία στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Μόνο που εκείνο το κοινό γνώριζε λεπτομερώς το θέμα και μπορούσε να αντέξει την ελλειπτική αφήγηση του σκηνοθέτη. Κάτι που σήμερα δεν αντέχεται καθώς η απουσία ιστορικής αναφοράς και η μη στρωτή ροή της, μπερδεύει το θεατή και δεν καταλαβαίνει για τί πρόκειται. Και αν έχει μείνει τώρα κάτι από αυτή την ταινία είναι η μουσική του Σαββόπουλου και εκείνη η τραγουδάρα με τον Μιχάλη Μενιδιάτη «Λαϊκός Τραγουδιστής»: «…Βλέπω φτωχούς ανθρώπους/ με πληγωμένο εγωισμό/ όμως είμαι ο τελευταίος/ γιατί δεν έχω ούτε κι αυτό….»




 

2. ΟΙ ΤΕΜΠΈΛΗΔΕΣ  ΤΗΣ  ΕΎΦΟΡΗΣ   ΚΟΙΛΆΔΑΣ (1978 )

 
 
Σκηνοθεσια: Νίκος Παναγιωτόπουλος
Σεναριο: Νίκος Παναγιωτόπουλος
Ηθοποιοί: Bασίλης Διαμαντόπουλος, Γιώργος Διαλεγμένος, Δημήτρης Πουλικάκος, Nικήτας Tσακίρογλου, Oλγα Kαρλάτου.

Εδώ πρόκειται για τέσσερις άντρες, ένας πατέρας και τρεις γιοί που κλεισμένοι σε μια πολυτελή βίλα τρώνε και πίνουνε και συνουσιάζονται εναλλάξ με την οικιακή βοηθό. Εδώ μας φάγανε οι συμβολισμοί που δίναν και παίρναν εκείνη την περίοδο που γυρίστηκε. Αμπελοφιλοσοφίες και άρατα κούρατα με τι σημαίνει το ένα και τι σημαίνει το άλλο. Και κομπλεξαριζότανε ο έρημος ο θεατής που δεν καταλάβαινε τις «βαθυστόχαστες» μπούρδες. Γιατί άλλο οι προθέσεις του δημιουργού και άλλο το αποτέλεσμα. Εκείνο το ρημάδι «το πώς το λες είναι το θέμα». Για μένα η ταινία τώρα δεν βλέπεται και κανένας νέος θεατής δεν θα μπει στη βάσανο να λύσει σταυρόλεξα.





3. 1922 (1978)


 

Σκηνοθεσία: Νίκος Κούνδουρος
Σενάριο: Νίκος Κούνδουρος, Στρατής Καρράς βασισμένο στο μυθιστόρημα του Ηλία Βενέζη «Νούμερο 31328»
Δ/ντής φωτογραφίας: Νίκος Καβουκίδης
Ηθοποιοί: Βασίλης Λάγγος, Αντιγόνη Αμανίτου, Βασίλης Κολοβός, Ελεονώρα Σταθοπούλου, Μπέττυ Βαλάση, Όλγα Τουρνάκη, Ζαχαρίας Ρόχας, Όλια Λαζαρίδου, Νίκος Κάππιος, Άλκης παναγιωτίδης, Γιώργος Χαραλαμπίδης, Λευτέρης Χαρωνίτης, Βασίλης Τσαγκλός, Μιχάλης Γιαννάτος, Κατερίνα Γώγου, Βάσος Ανδρονίδης, Μαίρη Θηβαίου, Γιάννης Ροζάκης, Πέτρος Ζαρκάδης, Μηνάς χατζησάββας.

Μεγάλο και δυνατό καστ αλλά η ταινία βγήκε καρικατούρα. Γιατί ένα τέτοιο εγχείρημα: να παρουσιάσεις δηλαδή τη βασανιστική πορεία των Ελλήνων της Μικράς Ασίας που συνελήφθησαν από τα στρατεύματα του Κεμάλ και οδηγήθηκαν στην εξάντληση και το θάνατο, εμπίπτει στα όρια της υπερπαραγωγής και όχι να προσπαθείς να τα βγάλεις πέρα με ένα νταμάρι της Αττικής. Απαιτούνται δηλαδή χρήματα και δεν τα φέρνεις βόλτα με πενταροδεκάρες. Και εκεί νομίζω έχασε το θέμα ο Κούνδουρος που τον πάω πολύ σαν σκηνοθέτη και με πόνο ψυχής γράφω γι’ αυτήν εδώ την «πατάτα» του.


4. ΜΕΓΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ (1980)



Σκηνοθεσία: Θεοδωρος Αγγελόπουλος  Σενάριο: Θεοδωρος Αγγελόπουλος Δ/ντής Φωτογραφίας: Γιώργος Αρβανίτης Μουσική: Χριστόδουλος Χάλαρης
Ηθοποιοί: Ομέρο Αντονούτι, Χριστόφορος Νέζερ, Τούλα Σταθοπούλου, Μιχάλης Γιαννάτος κ.ά.

Εδώ είναι που χάνει η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα. Δραπέτες ληστές με φουστανέλες και αρχηγό το Μεγαλέξανδρο επίσης με φουστανέλα αλλά και με περικεφαλαία του Κολοκοτρώνη αυτός –ο έρημος ο Αντονούτι σερνότανε χράπα χρούπα με κάτι παλιοτσάρουχα που πρέπει να τον «εκοβαν»- πιάνουν ομήρους κάτι πλούσιους και γυρνώντας από χωρίου εις χωρίον συναντάνε και κάτι αναρχικούς με μακριά πανωφόρια και κασκόλ και ποιος είδε το Θεό και δεν τον εφοβήθηκε.
Μόνο που ο εθνικός μας σκηνοθέτης είχε διαπράξει εδώ και μια … λαθροχειρία. Η σκηνή της ταινίας που έβαλα είναι παρμένη αυτούσια από τη βραζιλιάνικη ταινία «Κανγκασέϊρο» (1953) του μεγάλου  σκηνοθέτη Λίμα Μπαρέτο, ταινία που εδώ παίχτηκε στο Studio της οδού Τρικόρφων γύρω στο 1968,  και είχε να κάνει με αντάρτες της υπαίθρου εμφορούμενους από ένα κράμα επαναστατικών και θρησκευτικών δοξασιών όπου σε μια στιγμή ο αρχηγός τους ως άλλος Αϊ Γιώργης φωτογραφίζεται να λογχίζει το δράκο … καλή ώρα σαν τον Μεγαλέξανδρο!
 

 

5. ΗΝΙΟΧΟΣ (1994)


Σκηνοθεσία: Αλέξης Δαμιανός
Σενάριο: Αλέξης Δαμιανός
Δ/ντής φωτογραφίας: Χρήστος Βουδούρης
Ηθοποιοί: Βάσιας Ελευθεριάδης, Αλέξης Δαμιανός, Θοδωρής Πολυζώνης, Δημήτρης Παπαναστασίου κ.ά.

 

Και εδώ οι προθέσεις πολύ καλές: κάποιος που έχει ως είδωλο τον Ηνίοχο περνάει μια περιπέτεια 50 χρόνων από το 1941 έως το 1991 μέσα από ταλαιπωρίες και περιπέτειες, δραπετεύει από τους Ιταλούς στα βουνά αντάρτης εμφύλιες περιπέτειες και πάει λέγοντας, αλλά το πράγμα δεν βγαίνει. Τα τοπία της Πάρνηθας και των χωριών της Αττικοβοιωτίας αδυνατούν να σώσουν τις υποκριτικές υπερβολές της –και τώρα τελευταία που την ξαναείδα- μου θύμισε τα σκετς που παίζαμε στο σχολείο.

 
____________________________
Σημείωση2: Πιστεύω πως οι ταινίες αυτές θα μπορούσαν να ενταχθούν στα λεγόμενα cult movies και να παίζονται στα ανάλογα φεστιβάλ για να ξεδίνει λιγάκι ο κόσμος. Εκτός βέβαια από το Χαππυ Νταίη και το 1922 που από μόνο του το θέμα δεν σηκώνει αστεία.