Κυριακή, 24 Μαρτίου 2019

ΤΙ ΣΥΝΔΕΕΙ ΤΟΝ ΝΤΑΝΙΕΛ ΝΤΕΙ ΛΙΟΥΙΣ ΜΕ ΤΟΝ ΓΙΩΡΓΟ ΣΕΦΕΡΗ






    Διαβάζοντας αυτές τις μέρες τα ημερολόγια του Σεφέρη, που κυκλοφορούν από τις Εκδόσεις Ίκαρος με τον τίτλο "μέρες", και συγκεκριμένα τα έτη 1959, 1960, έπεσα πάνω σε κάτι που μπορεί να είναι και "είδηση" -- μιας και εγώ δεν έτυχε να διαβάσω ή ν' ακούσω κάτι σχετικό. Εκείνη την περίοδο ο μεγάλος μας ποιητής υπηρετούσε ως Πρέσβης της Ελλάδας στο Λονδίνο. Εκεί λοιπόν καταγράφει κάποιες αυστηρά οικογενειακές συναντήσεις και πάντα σε ανταλλαγή δείπνων κατ’ οίκον, με το ζεύγος Σέσιλ Ντέι Λιούις.
   Το επώνυμο με πήγε στον μεγάλο ηθοποιό και ψάχνοντας στο διαδίκτυο (τα καλά του συστήματος) βρίσκω πως ο Ντάνιελ Ντέι Λιούις γεννήθηκε στο Λονδίνο το 1957 από τον Ιρλανδό ποιητή Σέσιλ Ντέι Λιούις και τη Βρετανίδα ηθοποιό Τζιλ Μπάλκον

   Νομίζω πως το πράγμα μιλάει μόνο του και λέει και κάτι παραπάνω: πως η ποίηση μπορεί να αποτέλεσε την αφορμή της γνωριμίας αλλά η λιτή αναφορά αυτών των συναντήσεων, χωρίς καμιά νύξη στο τι συζήτησαν -- όπως κάνει σε παρόμοιες συναντήσεις με άλλα πρόσωπα -- μπορεί να υποδηλώνει πως μεγάλο μέρος του χρόνου τους θα αφιερωνόταν στο Κυπριακό Ζήτημα που μετά από ένοπλο αγώνα του κυπριακού λαού, όδευε προς την τελική υπογραφή της ανεξαρτησίας από το βρετανικό ζυγό. 
   Μην ξεχνάμε πως οι Ιρλανδοί υπήρξαν οι πιο θερμοί συμπαραστάτες στον αγώνα των Κυπρίων και πως η κεντρική λεωφόρος του Μπέλφαστ ονομάζεται Cyprus Avenue. 
   Και σίγουρα θα μπερδευόταν στα πόδια τους εκείνος ο μπόμπιρας – μεγάλο πειραχτήρι όπως λένε πως ήταν μικρός-- ο Ντάνιελ!
Και μιας και προχτές ήταν η Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης ας βάλω και ένα μικρό άτιτλο που έχει καταχωρημένο την Καθαρή Δευτέρα 29 Φεβρουαρίου 1960:


Όμως αυτά που είδες
είτε μες στην ομίχλη
είτε μέσα στο φως
σίγουρα γύρευαν να μιλήσουν.
Πέρασες και δεν τ’ άκουσες∙
και τώρα μόνο η βοή,
οι άναρθρες φωνές
η φοβερή σύγχυση
πραγμάτων μισοσυγκινημένων.

Πέμπτη, 21 Μαρτίου 2019

... χτυπούν το βράδυ στη ταράτσα τον Αντρέα ... !!!






   Παίχτηκε από την ΕΡΤ και σε παραγωγή της ένα εξαιρετικό ντοκιμαντέρ -- πλεονασμός μιας και οι έννοιες ντοκιμαντέρ και ιδιωτική τηλεόραση είναι ασύμβατες -- με τον τίτλο «ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΙΜΑΙ ΕΓΩ – ΑΝΤΡΕΑΣ ΛΕΝΤΑΚΗΣ»
Δημιουργοί:
Σκηνοθεσία: Μένος Δελιοτζάκης 
Σενάριο: Μένος Δελιοτζάκης
  Νικόλ Αλεξανδροπούλου
Φωτογραφία: Μερκούρης Μουμτζόγλου
 
Μοντάζ: Γιάννης Δούκας
 
Μουσική: Θοδωρής Λεμπέσης
 
Ήχος: Δημήτρης Παλατζίδης
Δ/νση Παραγωγής: Αθηνά Βάρσου
 
   Αν και ο τίτλος ακούγεται ως υπερβολή, βλέποντας την ταινία ή γνωρίζοντας τη ζωή του Αντρέα Λεντάκη μάλλον προς μετριοφροσύνη σε πάει.  Καθώς ο συγκεκριμένος άνθρωπος  με την τεράστια πνευματική καλλιέργεια, όχι μόνο αφιερώθηκε με μια πρωτοφανή γενναιότητα και αυτοθυσία στους κοινωνικούς αγώνες της εποχής του, υπήρξε και πρωτοπόρος. Πρωτοπόρος στην στήριξη των αγώνων του κυπριακού λαού για ανεξαρτησία, πρωτοπόρος στο κίνημα Ειρήνης και Αφοπλισμού Μπέρτραντ Ράσελ, στην ίδρυση της Νεολαίας Λαμπράκη, στις ιδέες της Αριστεράς με δημοκρατία, στην αντίσταση κατά της χούντας, στην τοπική αυτοδιοίκηση ως δήμαρχος Υμηττού με τη δημιουργία του Πρώτου ΚΑΠΗ της χώρας, του πρώτου Ανοιχτού Πανεπιστημίου και της Βοήθειας στο σπίτι.
   Όλοι όμως αυτοί οι αγώνες του στα δύσκολα χρόνια πληρώθηκαν με φοβερές διώξεις, βασανιστήρια και εξορίες. Οι τόποι των εξοριών του αποτελούν τον ορισμό της εν Ελλάδι γεωγραφικής πολιτικής εξορίας. Μόνο η Μακρόνησος του λείπει γιατί ήτανε τότε 9 χρονών. Και εδώ θέλω να σταθώ και να δώσω τα εύσημα στον σκηνοθέτη Μένο Δελιοτζάκη που στην ταινία του δίνει το περισσότερο βάρος σε αυτήν την διάσταση του Λεντάκη και μέσα από τις αφηγήσεις των συναγωνιστών του, του γιου του και της γυναίκας του και με την κάμερα, σε υψηλής τελειότητας πλάνα, να περιφέρεται στα ερειπωμένα κτίρια των τόπων εξοριών και βασανιστηρίων του, κατορθώνει να ζωντανέψει αυτόν τον υπέροχο άνθρωπο και αγωνιστή της νεώτερης πολιτικής ιστορίας μας. Που όπως είπε ένας συναγωνιστής του: «Δεν νοιαζόταν ποτέ για τον εαυτό του και όλη του η ύπαρξη ήταν δοσμένη στην επιτυχία των κοινωνικών αγώνων και στους συνανθρώπους του».
   Η ταινία παρ’ ότι μεγάλη (90΄ λεπτά) σου φαίνεται μικρή και αυτό πρέπει να οφείλεται στην πολύπλευρη δραστηριότητα του Ήρωα, στην ταχύτητα του μοντάζ, στην πολύ καλή μουσική υπόκρουση, στην εξαίρετη  φωτογραφία και στην άψογη ηχοληψία.
   Πιστεύω πως θα βγει και στους κινηματογράφους και σας την συνιστώ ανεπιφύλακτα.


Navarino-s και κατά κόσμον Δημήτρης Κουκουλάς

Κυριακή, 18 Νοεμβρίου 2018

ΟΙ 5 ΚΑΛΥΤΕΡΕΣ ΤΑΙΝΙΕΣ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΕΠΟΧΩΝ

Πριν από 10 περίπου χρόνια από άλλο blog, κάποιοι φίλοι συνάδελφοι ζήτησαν να στριμώξουμε τις κινηματογραφικές μας επιλογές σε πέντε (5) μόνο ταινίες και με σειρά αξιολόγησης. Εγώ έκανα μια παρασπονδία και με ένα διαζευτικό "ή" πρόσθεσα και μια δεύτερη επιλογή στην κάθε διαβάθμιση:

                   1 ΠΟΛΙΤΗΣ ΚΑΙΗΝ  ή ΤΑΞΕΙΔΙ ΣΤΟ ΤΟΚΥΟ



 

2. Ο ΚΛΕΦΤΗΣ ΤΩΝ ΠΟΔΗΛΑΤΩΝ  ή  ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ ΜΕ ΤΑ ΤΣΟΚΑΡΑ                               

3. ΛΑ ΣΤΡΑΝΤΑ  ή  ΟΝΕΙΡΑ                                                                                                         
                                                                                                      
                                                                                                      
.
4. Ο ΚΑΟΥΜΠΟΫ ΤΟΥ ΜΕΣΟΝΥΚΤΙΟΥ ή Η ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΑΛΓΕΡΙΟΥ











.
5. ΚΟΥΡΔΙΣΤΟ ΠΟΡΤΟΚΑΛΙ ή Η ΦΩΛΙΑ ΤΟΥ ΚΟΥΚΟΥ










Δευτέρα, 12 Νοεμβρίου 2018

ΜΟΡΙΚΟΝΕ vs ΤΑΡΑΝΤΙΝΟ: Το FAKE της χρονιάς!




 

Τελικά πώς να προστατευτούμε από τον γκεμπελισμό των fake news που μας κατακλύζουν και που βασιζόμενα στην αρχή του υπουργού προπαγάνδας του Χίτλερ: «Όσο πιο μεγαλύτερο ένα ψέμα τόσο πιο πιστευτό» έρχονται κάθε τόσο και μας ταράζουν καθώς μέσα στον ειδησεογραφικό αχταρμά του διαδικτύου, χάθηκε και το ελάχιστο ίχνος δημοσιογραφικής δεοντολογίας.

Αυτή τη φορά την πλήρωσε ο υπέργηρος Ένιο Μορικόνε, ο άνθρωπος  που με τη μαγευτική του μουσική έχει ντύσει περισσότερες από πεντακόσιες ταινίες και έχει συμβάλει τα μέγιστα στον πρόοδο της 7ης Τέχνης.

Όλο το Σαββατοκύρικο, με ταχύτητα μεγαλύτερη από τις φωτιές της Καλιφόρνια, πυρπόλησε τα ηλεκτρονικά μίντια η είδηση ότι στο τεύχος του Δεκεμβρίου του γερμανικού Playboy που θα κυκλοφορήσει, ο μεγάλος Ιταλός μουσικοσυνθέτης την πέφτει στον Κουέντιν Ταραντίνο ότι τάχαμου είναι κρετίνος και πως οι ταινίες του είναι σκουπίδια. Τη στιγμή που όλοι γνωρίζουμε την εκτίμηση που τρέφει ο ένας για τον άλλον. Ως και το σοβαρό Forbes αναπαρήγαγε την είδηση.

Μέχρι που να βγει ο ίδιος ο Μορικόνε και να δηλώσει το βράδυ της Κυριακής:

«Είναι απολύτως ψέματα. Δεν έχω δώσει συνέντευξη στο γερμανικό Playboy και δεν έχω αποκαλέσει ποτέ κρετίνο τον Ταραντίνο, ούτε τις ταινίες του σκουπίδια. Σε συνέντευξη Τύπου στο Λονδίνο, μπροστά στον Ταραντίνο, έχω δηλώσει ότι τον θεωρώ έναν από τους μεγαλύτερους σκηνοθέτες όλων των εποχών. Έχω εξουσιοδοτήσει τον δικηγόρο μου στην Ιταλία να κινηθεί νομικά».

Δευτέρα, 3 Σεπτεμβρίου 2018

Πέννυ Παναγιωτοπούλου: ένα μεγάλο ταλέντο που ίσως χαθεί !!!






Δεν είχα δει ταινία της και είδα προχτές στην τηλεόραση την πρώτη μεγάλου μήκους που γύρισε το 2002: "Δύσκολοι αποχαιρετισμοί: ο μπαμπάς μου" και ... έπαθα! Εντελώς απροετοίμαστος βρέθηκα  
μπροστά σε ένα μεγάλο κινηματογραφικό ταλέντο και μια καταπληκτική ταινία με μοναδική αρτιότητα. Ένα πολύ δύσκολο θέμα με άρτιο σκηνοθετικό χειρισμό. Δεν παρασύρθηκε από τις παγίδες του μελό που μπορεί να κρύβει ένα τέτοιο σενάριο. Αποδόθηκαν σε βάθος οι χαρακτήρες ιδίως του μικρού πρωταγωνιστή --πράγμα που κατά ένα μέρος πρέπει να οφείλεται στις παιδαγωγικές σπουδές της σκηνοθέτριας. Δεν κούρασε ούτε μια στιγμή και ο χρόνος της ταινίας κύλησε κρατώντας τον θεατή σε μεγάλη εγρήγορση. Ένα πρόβλημα που υπήρχε στην ηχοληψία, ιδίως στη πρόζα του παιδιού, δείχνει και το χαμηλό budget της ταινίας --πήρε χρήματα μόνο από την ΕΡΤ. Ο Βούλγαρης έχει τέλειες ηχοληψίες αλλά ταινία σαν αυτή δεν έχει γυρίσει. Διάβασα πως η Παναγιωτοπούλου το '13
γύρισε το "September", θα προσπαθήσω να το δω




Τρίτη, 19 Ιουνίου 2018

«ΤΑ ΑΓΡΙΟΧΟΡΤΑ»: ΜΙΑ ΤΑΙΝΙΑ ΓΙΑ ΚΡΑΞΙΜΟ!!!



Πενήντα χρόνια σκηνοθεσίας έκλεισε φέτος ο Γάλλος σκηνοθέτης Αλαίν Ρενέ, ο δημιουργός του αξεπέραστου αντιπολεμικού ερωτικού ποιήματος «Χιροσίμα Αγάπη μου», πενήντα χρόνια μανιώδους σινεφιλικής πορείας συμπλήρωσα φέτος και εγώ. Και αυτό που μου συνέβη προχτές με την τελευταία ταινία του: «Τα Αγριόχορτα», πρώτη φορά το συνάντησα στις σκοτεινές αίθουσες της μεγάλης οθόνης.
Και δεν είναι μόνο η γνωστή απόκλιση μεταξύ της δικής σου εκτίμησης και των πολλών αστεριών που φορτώνουν τέτοιες ταινίες οι κριτικοί μας –ο Μικελίδης της Ελευθεροτυπίας της έχει 5 (*****)- ούτε κάποια αναμενόμενα, λόγω γήρατος του σκηνοθέτη, χάσματα και κενά. Αν και οι ευρισκόμενοι στην ίδια ηλικία, όταν γύρισαν τις αποχαιρετιστήριες ταινίες τους, Κουροσάβα και Χιούστον μας έδωσαν με τα «Όνειρα» και τους «Νεκρούς» δύο αριστουργήματα. Εδώ μιλάμε για μια ταινία στην οποία δεν στέκει τίποτα μα τίποτα και μόνο για ρηξικέλευθους θεατές προτείνεται που θέλουν «ιδίοις όμμασι» να διαπιστώσουν μέχρι που μπορεί να φτάσουν κάποια πράγματα και πόσα λάθη μαζί μπορούν να μαζευτούν σε μια ταινία! Γιατί μπορεί στο μέλλον η ταινία αυτή να καταγραφεί σαν το κορυφαίο καλτ «αριστούργημα» όλων των εποχών!!!
Στο στόρυ τα πράγματα περιγράφονται μια χαρά και ελκυστικά θα μπορούσα να έλεγα:
«Ένας παντρεμένος μεσήλικας άντρας, βρίσκει, στο γκαράζ που έχει παρκάρει το αυτοκίνητο του, το πορτοφόλι που κλάπηκε από την τσάντα μιας οδοντογιατρού, με το χόμπι της αεροπόρου, που της αρέσει να οδηγεί αεροπλάνα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Θέλοντας να γνωρίσει το θύμα της κλοπής, ο ευρών προκαλεί μια σειρά αναπάντεχων γεγονότων, που πίσω τους κρύβουν τους σπόρους ενός «τρελού έρωτα» που παρά τις προσπάθειες των δυο τους για επαφή, το μόνο που κατορθώνουν είναι να απομακρύνονται κάθε φορά και περισσότερο ο ένας από τον άλλο κλπ…κλπ»Στην οθόνη όμως γίνονται άλλα αντ’ άλλων! Κατ’ αρχήν υπάρχει ένα εξωφρενικό καστ: Ο πρωταγωνιστής (Αντρέ Ντισολιέ) που στην ταινία εμφανίζεται ως 50άρης είναι ένας 75+ αξιοσέβαστος κύριος και από ό,τι διάβασα στην εφημερίδα, μόνιμος πρωταγωνιστής του Ρενέ εδώ και πολλά χρόνια. Ίσως για τον 87χρονο σκηνοθέτη ο 75αρης να θεωρείται «πιτσιρικάς»! Η σύζυγος του πάλι (μια ελκυστική 35άρα άντε το πολύ 40άρα) εμφανίζεται ως πεθερά και ότι είναι παντρεμένοι 30 ολόκληρα χρόνια.
Το μεγάλο όμως πατατράκ γίνεται όταν από την αρχή της ταινίας εισάγεται ένα στοιχείο σασπένς: ο πρωταγωνιστής μονολογεί ότι του έχει απαγορευτεί η έξοδος από τη χώρα και δεν έχει το δικαίωμα να ψηφίσει. Κάτι που στο θεατή δημιουργεί την υποψία κάποιου εγκληματία και όλο περιμένει κάτι προς αυτή την κατεύθυνση και ενώ το πράγμα επανέρχεται διαρκώς και υποδαυλίζεται και με άλλους υπαινιγμούς, από κάποιο σημείο και μετά εγκαταλείπεται οριστικά και ...ξεχνιέται! Ούτε και κάποια στροφή στο γκροτέσκο και στη φάρσα, που γίνεται αργότερα, μπορεί να σε πείσει. Και η φράση στο τέλος που λέει το κοριτσάκι στη μάνα του: «Μαμά αν γίνω γάτα θα μπορώ να τρώω γατοκροκέτες;» είναι σαν να μας λέει: «Καλά τόσο μαλάκες είσαστε που ήρθατε να δείτε αυτήν την ταινία;»!!!
Και με όλο το δίκιο του το κοριτσάκι να μας το λέει γιατί ο φίλος μας ο Λ. δεν πατάει ποτέ τέτοιες πεπονόφλουδες. Παλιός σινεφίλ και αυτός και απαυδησμένος από τους κριτικούς, εμπιστεύεται πλέον μόνο το αλάθητο κριτήριο του κοινού. Έτσι κάθε φορά που θέλει να πάει σε ένα έργο φροντίζει να βρίσκεται έξω από το σινεμά την ώρα που βγαίνουν οι θεατές της προηγούμενης προβολής. Κοιτάζει λοιπόν –το σωστότερο διαβάζει- τα πρόσωπα των εξερχομένων και όταν διακρίνει κατήφεια δεν μπαίνει. Αυτή την κατήφεια που είδαμε και εμείς προχτές έξω από το «Έλλη» στα πρόσωπα των εξερχομένων και νομίσαμε ότι δεν αφορά την ταινία, γιατί την εκλάβαμε ως τη γνωστή μελαγχολία των εορτών!
 
3 Ιανουαρίου  2010
 
(σημείωση: δημοσιεύεται ως προφύλαξη από τυχόν προβολή της στα θερινά)

Κυριακή, 27 Μαΐου 2018

Και ο ελληνικός κινηματογράφος;

 

   
 
 
Δεν ξέρω αν συμβαίνει και σε σας αλλά εγώ όταν βγαίνω από την αίθουσα του σινεμά όπου έχω δει κάποιο αριστούργημα με ταπεινή προέλευση: έργο π.χ. από Τουρκία, Ιράν, Ρουμανία, Βοσνία, Σερβία, Χιλή, Βολιβία και άλλες φτωχές χώρες, μαζί με την ψυχική ευφορία και έκσταση, νιώθω και κάποια πίκρα. Ένα παράπονο μέσα μου με γραντζουνάει: «που είναι το δικό μας σινεμά;».
Γιατί τα τελευταία χρόνια αν εξαιρέσουμε κάποιες ελάχιστες ταινίες όπως την «Εαρινή Σύναξη Των Αγροφυλάκων» του Δήμου Αβδελιώδη,   την «Πολίτικη Κουζίνα» του Τάσου Μπουλμέτη που έκοψε μάλιστα και πολλά εισιτήρια, τον «Όμηρο» του Κωνσταντίνου Γιάνναρη που την έφαγε η μαρμάγκα του ελληνικού ρατσισμού –στο Ιντεάλ όλη την ώρα της προβολής οι «λεβέντες» της εκτός κοινοβουλίου ακόμη Χ.Α. κοπανάγανε δαιμονισμένα κάτι θεόρατα τύμπανα και στην έξοδο κρατώντας γαλανόλευκες μας περιέλουσαν με βρισιές και φτυσίματα— το «Τετάρτη 04.45» του Αλέξη Αλεξίου άντε και καμιά άλλη που μου διαφεύγει άντε και λίγες ελπιδοφόρες προσπάθειες νέων σκηνοθετών και σκηνοθετριών, νομίζω ότι βουλιάξαμε στη μετριότητα! Και με τόση κινηματογραφική παράδοση πίσω μας! Τις δεκαετίες του ’50 και του ’60 –που άλλες χώρες μόλις έκαναν τα πρώτα τους βήματα στην 7η τέχνη- είχαμε έναν πολύ καλό και ανθηρό κινηματογράφο.
Τα γιατί και τα διότι τα ψάχνουν οι ειδικοί: κάνουνε αναλύσεις, γράφουνε συμβουλές και λένε φταίει το ένα, φταίει το άλλο. Τι έρχομαι λοιπόν να προσθέσω εγώ; Και με ποια ιδιότητα θα μου πει κάποιος. Ας ξεκινήσω από το τελευταίο. Είμαι φορολογούμενος πολίτης, λάτρης της μεγάλης οθόνης και γράφω σε blog, όχι σε περιοδικό ή εφημερίδα, κάτι που μου δίνει την ευχέρεια να αναφέρω και κανα όνομα σαν αιτία του κακού μωρέ παιδί μου! Γιατί διακατέχομαι ξέρετε από ένα είδος περίεργης διαστροφής –μάλλον κακία πρέπει να είναι-- να προσωποποιώ τα πράγματα και τις καταστάσεις. Θέλοντας π.χ. να περιγράψω όλη αυτή την ξεφτίλα της μεταπολιτευτικής μας πραγματικότητας: τη λαμογιά, τη διαπλοκή τις αρπαχτές, τις καταπατήσεις δασών και τα αυθαίρετα, την παραπαιδεία τα φακελάκια και τα λαδώματα -ενώ μπορεί να μη φταίει για όλα ο συγκεκριμένος άνθρωπος-- εμένα μου βγαίνει αυτόματα το όνομα: Ανδρέας Παπανδρέου!
Και αν πάμε τώρα να μιλήσουμε για τον ελληνικό κινηματογράφο –κινηματογράφο όχι τηλεόραση μεγάλης οθόνης τύπου «λούφας» και «safesex»- για όλη τη σημερινή κατάντια του και μαρασμό του, πάλι στη μέση ο μηχανισμός της διαστροφής και …τσακ πάλι ένα όνομα: Θόδωρος Αγγελόπουλος. Ο άνθρωπος που σχεδόν 40 χρόνια χρηματοδοτήθηκε σκανδαλωδώς από τα χρήματα του κρατικού κορβανά!
Γιατί από την μεταπολίτευση και μετά που άρχισε να αναπτύσσεται η τηλεόραση και άρχισαν να κλείνουν οι κινηματογραφικές αίθουσες η μία μετά την άλλη και να αποσύρονται οι ιδιώτες παραγωγοί, λεφτά πια για την 7η τέχνη δίνονταν μόνο από το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου και την Κρατική Τηλεόραση. Την ίδια περίοδο ο Αγγελόπουλος χάρις στη μεγάλη επιτυχία του «Θιάσου» του –πρώτη αριστερή ταινία μετά τη χούντα και με θέμα τη δικτατορία του Μεταξά και την Αντίσταση- αποθεωμένος από σύμπασα την δημοσιογραφική κριτική έγινε κάτι σαν ο εθνικός μας σκηνοθέτης. Όλα τα λεφτά στο Θόδωρο!
Μόνο που κάτι δεν πήγαινε καλά. Ο σκηνοθέτης μας ήταν μεγαλομανής με υπερπαραγωγές πανάκριβες! Αλλά και μέγας χασμουρητοποιός όπως αποδείχθηκε στην πορεία, καμία ταινία του δεν κάλυψε τα έξοδα της. Σπρώχνανε οι κριτικοί με τ’ αστεράκια τον κόσμο στις αίθουσες να δουν τα αριστουργήματα και αναστενάζανε τα καθίσματα --τα οποία ειρήσθω εν παρόδω πιο πολύ φθείρονται με τα ανιαρά έργα που δεν καθηλώνεται ο θεατής και στριφογυρίζει πάνω τους σαν σβούρα-- με τα μακρόσυρτα μακρινά πλάνα και τις σκηνές με ομίχλη και συννεφιά με ανθρώπους ντυμένους με πανωφόρια κασκόλ και καπέλα και με ιστορίες που δεν είχαν αρχή ούτε μέση και όταν έγραφε ΤΕΛΟΣ ψάχνονταν οι έρημοι θεατές να βρουν το γιατί και τι ακριβώς δεν κατάλαβαν να μην πιαστούν αδιάβαστοι σε καμιά παρέα γιατί έχουμε βλέπεις και τους συμβολισμούς! Το «φύση φάε ένα μπισκότο» που φώναζε ο μακαρίτης ο Βέγγος σε κάποια πετώντας προς το δάσος το εν λόγω γλύκισμα, συμβόλιζε, λέγανε οι κριτικοί, την αδυναμία του ανθρώπου να καταλάβει τις ανάγκες της φύσης!!!!
Μετά, με τη βοήθεια και της ιταλικής κρατικής τηλεόρασης είναι η αλήθεια για να μη γράφουμε και ανακρίβειες, προστέθηκαν και οι διεθνούς φήμης πρωταγωνιστές με τα μεγάλα κασσέ: Μαρτσέλο Μαστρογιάννι, Μπρούνο Γκάτζ, Χάρβεϋ Καϊτέλ και πάει λέγοντας, λες και δεν υπήρχε ο Κούρκουλος και ο Βόγλης. Πολλά τα λεφτά. Οι περισσότερες ταινίες από τις χώρες που προανέφερα πρέπει να στοίχησε η κάθε μία όσο τα σάντουϊτς και οι καφέδες μιας ταινίας του Αγγελόπουλου. Πολλά τα χιλιόμετρα φίλμ και ούτε ένας λυγμός ούτε ένα δάκρυ ούτε ένας κόμπος στο λαιμό των θεατών και ας είχε την τόσο καλή μουσική υποστήριξη της Καραίνδρου!
Αυτά θα μου πει κάποιος πως είναι γούστα και ότι απαιτείται ίσως υψηλή καλλιέργεια από τον θεατή που εγώ δεν διαθέτω. Σύμφωνοι(αν και εδώ θα μπορούσα να καταθέσω την ένσταση πως τα έργα των μεγάλων δημιουργών όπως ο Χίτσκοκ, ο Κουροσάβα, ο Πολάνσκι, ο Φελίνι, ο Καζάν, ο Σκορτσέζε, ο Χέρτζοκ, ο Κουστουρίτσα, ο Καντσαλόφσκι, κλπ, κλπ, κλπ, βλέπονται από όλο τον κόσμο). Άλλο είναι αυτό που θέλω να τονίσω. Τα πόσα και πόσα ταλέντα χαθήκανε όλα αυτά τα χρόνια γιατί δεν έτυχαν κάποιας οικονομικής υποστήριξης από την πολιτεία. Και θα αναφέρω ένα παράδειγμα: To 1980 που γυρίστηκε ο «Μεγαλέξανδρος» --μια ταινία που δεν αντέχει κανείς σήμερα να τη δει και σύντομα θα περάσει στην κατηγορία των … καλτ-- η σκηνή του Ζαππείου, σκηνή εποχής που στο έργο κρατάει γύρω στα 5 λεπτά, είχε στοιχίσει 600.000 δραχμές. Όσο είχε στοιχίσει την ίδια χρονιά ολόκληρη η ταινία «Παραγγελιά» του Παύλου Τάσιου, λεφτά που τα πλήρωσε εξ’ ολοκλήρου από την τσέπη του. Ένας πολύ ταλαντούχος σκηνοθέτης που στην πορεία χάθηκε λόγω χρεοκοπίας και μια ταινία εκπληκτική –η σκηνή του φονικού είναι σεμιναριακού επιπέδου-- με καταιγιστικό ρυθμό που συχνά παίζεται στις τηλεοράσεις και συγκινεί και που εκτός των άλλων έχει περισώσει τις φοβερές απαγγελίες των ποιημάτων της από την αείμνηστη Κατερίνα Γώγου. Έ, η ταινία αυτή στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης εκείνης της χρονιάς κυριολεκτικά σφαγιάστηκε και ήρθε τρίτη πίσω από τον «Μεγαλέξανδρο» και το «Μελόδραμα» του έτερου χασμουρητοποιού Νίκου Παναγιωτόπουλου – στους «Τεμπάληδες της Εύφορης Κοιλάδας» κόβεις φλέβες! Και ο Παύλος Τάσιος χάθηκε τελικά για τον κινηματογράφο!
Και με αφορμή τώρα την τελευταία ταινία του εθνικού μας σκηνοθέτη «Η Σκόνη του Χρόνου» και τη φυσική του απουσία, ευελπιστώ ότι κλείνει επί τέλους αυτός ο κύκλος και όπως λέμε ότι με την εξέγερση του Δεκέμβρη του ’08 έκλεισε ο κύκλος της μεταπολίτευσης, έτσι και εδώ: μια πραγματική σκόνη του χρόνου ίσως καλύψει άπαξ και δια παντός τη μακρόσυρτη και πανάκριβη αυτή ασχημία!