Τετάρτη, 28 Σεπτεμβρίου 2016

Μήπως τελικά το ΤΕΤΑΡΤΗ 04:45 είναι ένα αριστούργημα; !!!




 
                Αλέξη Αλεξίου: ΤΕΤΑΡΤΗ 04:45


 
Επανέρχομαι σε μια ταινία για την
 οποία είχα ξαναγράψει όταν την
είδα στο σινεμά τότε που
 πρωτοπαίχτε.  
  

                   Είχα εντυπωσιαστεί και είχα
                   εκφράσει το θαυμασμό μου.

Θαυμασμό για ένα νουάρ φιλμ
από έναν σινεφίλ που δεν είναι
 και τόσο φαν του είδους.

                   Έλα όμως που την ξαναείδα
                     προχτές στην τηλεόραση
                     και ... έπαθα πλάκα!
Νομίζω πως ο Αλέξης Αλεξίου, ο ταλαντούχος μας αυτός και σεμνός καλλιτέχνης, δημιούργησε ένα αριστούργημα.
                Η δεύτερη φορά μου ανέδειξε
            περισσότερες πτυχές της ταινίας
               και περισσότερες αισθητικές
                                          τελειότητες.
Ένα στόρυ απλό που αναπτύσσεται κανονικά χωρίς πολλά μπερδέματα
από τα μπρος-πίσω.
               Μόνο που μέσα από αυτή την   απλή ιστορία περνάει όλη η σημερινή    ελληνική πραγματικότητα με μεστούς  και άκρως ρεαλιστικούςδιαλόγους.

Περνάνε και άλλα πράγματα που την πρώτη φορά δεν τα πιάνεις.
 Όπως εκείνος ο συμβολισμός που ο Στέλιος ένας λάτρης της τζαζ και ιδιοκτήτης για πολλά χρόνια ενός ανάλογου μαγαζιού, όταν αποφασίζει να καθαρίσει το Ρουμάνο αρχιμαφιόζο και το γυιό του που του το παίρνουν γιατί τους χρωστάει, ρίχνει περισσότερες σφαίρες σε αυτό το μαλακισμένο που του είχε πει: "εσύ θα φαίνεσαι σαν ιδιοκτήτης αλλά εγώ θα επιλέγω τη μουσική, μουσική γαμάτη και όχι τις μαλακίες τις δικές σου"

Και αυτό γιατί ο Αλεξίου δείχνει να έχει τη στόφα των μεγάλων δημιουργών που τίποτα δεν βάζουν εκ του περισσού και τίποτα δεν ξεχνάνε.
Όσο για το εικαστικό μέρος εκεί είναι που υποκλίνεσαι. Φωτογραφία φωτισμοί μουσική πλάνα και χρώματα δημιουργούν ένα μοναδικό αποτέλεσμα. Ακόμη και το μπόλικο αίμα που ρέει βγάζει μια ποιητική άχνα.  

 Το καστ των ηθοποιών του έδωσε ρέστα. Στέλιος Μάϊνας, Μαρία Ναυπλιώτου, Δημήτρης Τζουμάκης, Αδάμ Μπουσδούκος και Γιώργος Συμεωνίδης ανέβηκαν σε μεγάλα ύψη υποκτιτικής τέχνης. Και για εκείνον τον Τζουμάκη τι να πει κανείς. Ο μεγαλύτερος καρατερίστας ηθοποιός μας που βγήκε ποτέ. Εγώ παθαίνω με τη φάτσα του και το παίξιμό του. Ο Αλέξης Αλεξίου είναι μεγάλος σκηνοθέτης και ούτε Μαστρογιάννι χρειάζετιαι ούτε και Κόλιν Φάρελ.
Και να κάνω μια τελείως υποκειμενική αξιολόγηση -μακριά από μένα οι αντικειμενικότητες- ο 21ος αιώνας βρίσκεται στο 16ο χρόνο του και πιστεύω πως το "ΤΕΤΑΡΤΗ 04:45" είναι η καλύτερη ελληνική ταινία του!
 
.

Τετάρτη, 20 Ιουλίου 2016

Pasqualino Settebellezze (ε.τ. "Ο Πασκουαλίνο κι οι εφτά καλλονές")

Η Ιταλίδα σκηνοθέτιδα  Lina Wertmüller ευτύχησε να συνεργαστεί με τον σπουδαίο συμπατριώτη της ηθοποιό Giancarlo Giannini σε μια σειρά θρυλικών ταινιών, κυρίως πολιτικές και κοινωνικές σάτιρες με πολλά υπονοούμενα και καρφώματα προς άπαντες, αριστερούς, δεξιούς, φασίστες και κομφορμίστες. Τι να πρωτοθυμηθεί κανείς: "Ιστορία έρωτα κι αναρχίας", "Μίμης ο Σιδεράς", "Η κυρία κι ο ναύτης". Υπάρχει κι η ταινία "Πασκουαλίνο Σετεμπελέτσε" , η οποία μπορεί να έχει όλα τα στοιχεία της πολιτικής σάτιρας που έχουν οι προηγούμενες αλλά εδώ η ταινία παίρνει έναν τέτοιο δραματικό τόνο που σε ακολουθεί σα στοιχειό για πολύ καιρό.



Το στόρυ έχει ως εξής: Ο στρατιώτης Πασκουαλίνο περιφέρεται σε ένα γερμανικό δάσος προσπαθώντας να ξεφύγει από τους πρώην σύμμαχους και  νυν εχθρούς Γερμανούς. Με φλασμπακ μαθαίνουμε ποιος είναι. Ένας κοκορόμυαλος Ναπολιτάνος που τον ταΐζουν η μάνα του κι οι εφτά αδερφές του, ενώ περιφέρεται στην πόλη παριστάνοντας τον γόη και το σκληρό αντράκι. Κάνει το λάθος να σκοτώσει τον φίλο της μεγάλης του αδερφής για λόγους τιμής. Για να γλιτώσει την καταδίκη παριστάνει τον παράφρονα και κλείνεται σε φρενοκομείο. Δεν αντέχει και του προτείνουν να στρατευθεί -έχει ξεσπάει πια ο Β Παγκόσμιος Πόλεμος- για να γλιτώσει κι έτσι ο Πασκουαλίνο μας ο φανφαρόνος φεύγει για το μέτωπο. Φευ, εκεί που περιφέρεται στο δάσος -με έναν συμπατριώτη Ιταλό με τον οποίο βρέθηκε τυχαία- τον πιάνουν αιχμάλωτο και τον στέλνουν σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης.



Κι εκεί αρχίζει η χειρότερη φάση της ζωής του. Γιατί όταν φεύγει από το φρενοκομείο είναι πεπεισμένος ότι δεν υπάρχει χειρότερο μέρος στη γη. Κι όμως, Πασκουαλίνο υπάρχει. Κι είσαι εκεί σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης κι είσαι λυσσασμένος να επιβιώσεις. Πάσι θυσία στην κυριολεξία.

Μέσα σε μια ατμόσφαιρα που μυρίζει θάνατο, διαστροφή, φρίκη, ο Πασκουαλίνο καλείται, μέσω των πράξεων των πράξεων του, να απαντήσει στο αμείλικτο ερώτημα: "Θα κάναμε τα πάντα για να επιβιώσουμε;". Για τον ήρωα μας, τον τόσο επιπόλαιο κι ελαφρόμυαλο κάποτε, ο σκοπός είναι ένας: Να γυρίσει ζωντανός στη Νάπολη. Και θα κάνει τα γλυκά μάτια στη σαδίστρια διοικητή του στρατοπέδου, θα προσπαθήσει να της κάνει έρωτα, θα σκοτώσει τον συμπατριώτη του κατόπιν δικής της εντολής. Και θα γυρίσει στη Νάπολη, μισός άνθρωπος πια, διαλυμένος, και το μόνο που θέλει είναι να παντρευτεί και να κάνει πολλά παιδιά. Γιατί έζησε. Γιατί πρέπει να ζήσει.



Αναπάντεχα σκληρή η ταινία, ιδιαίτερα οι σκηνές στο στρατόπεδο, με εκείνες στις οποίες ο Πασκουαλίνο προσπαθεί να κάνει έρωτα στην διοικήτρια να είναι επικά γελοίες. Κι ενώ η ταινία έχει ξεκινήσει ανάλαφρα, παρακολουθώντας την επιπόλαιη ζωή του ήρωα της, αυτού του αστείου ανθρωπάκου που το έπαιζε και καμπόσος. Και τελειώνει με εκείνο το βλέμμα του Πασκουαλίνο προς το φακό- μα γι' αυτό είναι μέγας  ηθοποιός ο Τζιανίνι- ένα βλέμμα νεκρό. Και μόνο για αυτήν την στιγμή αξίζει κανείς να δει την ταινία.



Τρίτη, 24 Μαΐου 2016

Ας μιλήσουμε για τον Κεν.

Πολλοί εξαγριώθηκαν με την βράβευση του σπουδαίου σκηνοθέτη Ken Loach με τον Χρυσό Φοίνικα του φετινού Φεστιβάλ των Καννών που έληξε την Κυριακή.



Συμβαίνει πολλές φορές να μην είμαστε σύμφωνοι με κάποιες βραβεύσεις- σε οποιοδήποτε κινηματογραφικό φεστιβάλ ή θεσμό- αλλά η ειρωνεία κι ο χλευασμός για την συγκεκριμένη βράβευση ήταν πρωτοφανείς, δεν ήταν γκρίνια δεν ήταν παράπονα, ήταν περισσότερο κακεντρέχεια με πολιτική χροιά.

Ο Κεν Λόουτς δεν κρύβει τις αριστερές πεποιθήσεις του, όπως δεν έκρυψε ποτέ ότι ο κινηματογράφος του είναι αφοσιωμένος στον απλό, καθημερινό άνθρωπο, τον εργάτη, τον άνεργο, τον βιοπαλαιστή, τον αγωνιστή, τον ξεχασμένο από την πρόνοια και το κράτος. Λίγοι, ελάχιστοι σκηνοθέτες έχουν κάνει κάτι παρόμοιο.

Προσωπικά, έχω μεγάλη αδυναμία στον ίδιο και το έργο του και γι' αυτό χάρηκα για τη βράβευση αυτή κι ας μην έχω δει ακόμα την ταινία. Που άλλωστε θα την δω, όπως έχει συμβεί με όλη σχεδόν την φιλμογραφία του.

Η αγάπη μου για τις ταινίες του Κεν Λόουτς ξεκίνησε πολύ νωρίς. Ήταν την εποχή που έμπαινα στην εφηβεία όταν πρωτοείδα την ταινία του "Kes". Εκείνη η εποχή είναι από τις χειρότερες στη ζωή μου, είχα γεννηθεί έξω -σε μια πολυπολιτισμική, ανοιχτόμυαλη χώρα- και ξαφνικά βρέθηκα στη χώρα που ξυπνούσε και κοιμόταν (κι ονειρευόταν) με το τρίπτυχο "Πατρίς- Θρησκεία-Οικογένεια", με ένα εκπαιδευτικό σύστημα στο οποίο αδυνατούσα να προσαρμοστώ, είχα γίνει η δακτυλοδεικτούμενη "ξένη", κι έτσι ασφυκτιούσα κι υπέφερα σιωπηλά.




 Η κρατική τηλεόραση είχε την καλή συνήθεια να βάζει αξιόλογες ταινίες -που η θέαση τους έγινε μεγάλη παρηγοριά και διέξοδος- κι έτσι ένα βράδυ έπαιξαν την ταινία αυτή. Ταυτίστηκα με τον Billy, κι η δική του ζωή δεν ήταν καλύτερη, πολύ χειρότερη είναι η αλήθεια. Αλλά υπήρχε κάτι στην ταινία που μου έδωσε ένα μικρό κίνητρο να πάρω θάρρος, να σηκώσω το κεφάλι, να παλέψω όσο μπορώ. Να ανασάνω. Έκλαψα αλλά συγχρόνως ένιωσα όπως όταν ηρεμεί η φύση μετά από μια βίαιη καταιγίδα κι όλα είναι πια πιο καθαρά, πιο ήρεμα. Μια ταινία με τον τίτλο "Kes", μου έδωσε δύναμη κι αυτό ήταν αρκετό για να αγαπήσω το σινεμά του κου. Λόουτς. Γιατί είναι βαθιά ανθρώπινο, συμπονεί, πάσχει, αλλά πάντα ελπίζει.

Ίσως η βράβευση του να είναι ένα μήνυμα προς μια Ευρώπη που έχει χάσει "τα αβγά και τα πασχάλια" για να το πω και κάπως ωμά. Δε θα μπω σε λεπτομέρειες, φτάνει να δούμε τι γίνεται αυτές τις μέρες στην Αυστρία, στη Γαλλία, εδώ, τι γίνεται με το προσφυγικό.

Ίσως η βράβευση του να ενέχει μια πολτική σκοπιμότητα. Ίσως η ταινία του να μην ήταν η καλύτερη του φεστιβάλ. Ίσως κάποιος άλλος σκηνοθέτης αδικήθηκε. Αλλά στο τέλος αυτό που μένει είναι η αμοιβαία αγάπη ανάμεσα στον κο. Λόουτς και εκείνων που αγαπούν και ζουν τις ταινίες του.


Τρίτη, 17 Μαΐου 2016

Romanzo di una strage

Θα ξεκινήσουμε την ανάρτηση με λίγη γκρίνια: Οι ταινίες που είναι βασισμένες σε "πραγματικά γεγονότα" φαίνεται πως γοητεύουν και προσελκύουν το σινεφίλ κοινό, αλλιώς δεν θα ήταν τόσο πολλές. Ιδιαίτερα από την Αμερική δεν προλαβαίνουμε κάθε χρόνο τις ταινίες που "βασίζονται σε πραγματικά γεγονότα" -προσωπικά έχω την εντύπωση ότι οι σεναριογράφοι του Χόλλυγουντ έχουν ψιλοστερέψει από πρωτότυπες ιδέες και στρέφονται στα "πραγματικά γεγονότα" για έμπνευση. Και πάντα έχουν την ίδια αποδοχή, όλοι τις περιμένουμε με μεγάλο ενδιαφέρον, είτε το "πραγματικό γεγονός" στο οποίο βασίζονται είναι πολιτικό, ιστορικό, κοινωνικό. Ας πάρουμε για παράδειγμα, δύο ταινίες που "έπαιξαν" και στα Όσκαρ φέτος, "Το Μεγάλο Σορτάρισμα" και "Spotlight", οι οποίες μπορεί να είχαν κάποιο ενδιαφέρον -ιδιαίτερα η δεύτερη- αλλά δεν ήταν και τίποτα αριστουργήματα που θα θυμόμαστε για πάντα.
Όταν όμως μια ταινία που είναι "βασισμένη σε πραγματικά γεγονότα" και δεν είναι αμερικάνικη αλλά ιταλική για παράδειγμα και τα γεγονότα στα οποία αναφέρεται έχουν και ελληνικό ενδιαφέρον, όταν λοιπόν μια τέτοια ταινία περνά απαρατήρητη, εγώ αναρωτιέμαι γιατί.

Μιλάω για την ταινία Romanzo di una Strage (ε.τ. (;) "Το χρονικό μιας σφαγής") που γυρίστηκε το 2012 από τον Marco Tullio Giordana και χαμπάρι δεν την πήραμε εδώ στην Ελλάδα.




Η ταινία αναφέρεται σε όσα προηγήθηκαν και κυρίως όσα συνέβησαν μετά την τρομοκρατική επίθεση της Πλατείας Φοντάνα στο Μιλάνο στις 12 Δεκεμβρίου 1969, όταν βόμβα εξερράγη στο εκεί υποκατάστημα της Αγροτικής Τράπεζας σκοτώνοντας 17 άτομα και τραυματίζοντας δεκάδες.




Η χώρα ήταν ήδη σε αναβρασμό με τους εργάτες να έχουν κατεβεί στους δρόμους, τους κομμουνιστές έτοιμοι να κυβερνήσουν, ενώ οι ακροδεξιές οργανώσεις της χώρας ονειρεύονται μια δικτατορία εφάμιλλη της ελληνικής του '67- μάλιστα αναφέρεται συχνά στην ταινία ότι υπήρχαν επαφές της ιταλικής ακροδεξιάς με το ελληνικό δικτακτορικό καθεστώς.



Κεντρικός χαρακτήρας της ταινίας είναι ο αστυνομικός επιθεωρητής Λουίτζι Καλαμπρέζι, ο οποίος όταν συμβαίνει η τρομοκρατική επίθεση, ακολουθεί την επίσημη γραμμή και συλλαμβάνει μια ομάδα αναρχικών που θεωρούνται αρχικά υπεύθυνοι. Ανάμεσα στους συλληφθέντες είναι κι ο γνωστός αναρχικός Τζιουζέπε Πινέλι, ο οποίος κατά τη διάρκεια της ανάκρισης -με τον Καλαμπρέζι απόντα εκείνη την στιγμή-  πέφτει από το παράθυρο και σκοτώνεται. Οι συνάδελφοι του επιμένουν ότι ο Πινέλλι αυτοκτόνησε. Ο Καλαμπρέζι όμως έχει τις αμφιβολίες του. Όσο προχωρά την έρευνα του, τόσο πείθεται ότι πίσω από το τρομοκρατικό χτύπημα δεν ήταν οι αναρχικοί αλλά ακροδεξιές οργανώσεις της Βόρειας Ιταλίας που επιθυμούσαν αποσταθεροποίηση της πολιτικής κατάστασης που θα προετοίμαζε το έδαφος για ένα ελληνικού τύπου πραξικόπημα.




Πέρα από τον Καλαμπρέζι, σημαντικό ρόλο στην σεναριακή εξέλιξη παίζει κι η παρουσία του τότε Υπουργού Εξωτερικών Άλντο Μόρο, που μέσα από τις συναντήσεις του με τον τότε Πρόεδρο της Δημοκρατίας Τζιουζέπε Σάραγκατ δίνει τον τόνο της πολιτικής κατάστασης και της πορείας των γεγονότων.



Ο σκηνοθέτης αποδίδει με αποστασιοποιημένο σχεδόν ψυχρό τρόπο τα γεγονότα, αφήνει πίσω τους μελοδραματισμούς και τα έντονα πάθη (αν κι υπάρχουν μια δυο στιγμές που το συναίσθημα κυριαρχεί). Η σκηνή της τρομοκρατικής επίθεσης είναι ενδεικτική. Βοηθά κι η φωτογραφία που εκμεταλλεύεται το μελαγχολικό, ψυχρό γκρίζο της πόλης του Μιλάνου, ενώ οι χρωματικοί τόνοι ακολουθούν το ίδιο μοτίβο. Εξαιρετική η αναπαράσταση της εποχής, όπως εξαιρετικές είναι κι οι ερμηνείες  ιδιαίτερα των Valerio Mastrandrea ως Καλαμπρέζι, και κυρίως του Fabrizio Gifuni ως τον ήρεμο, χαμηλών τόνων Άλντο Μόρο.

Η συγκεκριμένη τρομοκρατική επίθεση ήταν  ουσιαστικά η αρχή μιας αιματηρής περιόδου για την Ιταλία που κορυφώθηκε με την απαγωγή και δολοφονία του Άλντο Μόρο το 1978 και την τρομοκρατική επίθεση στον σιδηροδρομικό σταθμό της Μπολόνια το 1980 που στοίχισε τη ζωή σε 85 άτομα.



Πέμπτη, 3 Μαρτίου 2016

Στιγμιότυπα από τον ονειρικά αλλόκοτο κόσμο των Αδερφών Κοέν.

Coenesque είναι μια νέα λέξη της αγγλικής γλώσσας, συγκεκριμένα πρόκειται για επίθετο που προσδιορίζει ο,τιδήποτε θυμίζει το έργο των σκηνοθετών, παραγωγών, σεναριογράφων, Τζόελ και Ήθαν Κοέν, με στοιχεία όπως το αλλόκοτο και περίτεχνο σενάριο, τη χρήση της ειρωνείας και του μαύρου χιούμορ, υπαινιγμούς κι αναφορές σε παλιές κλασικές ταινίες.

Το γεγονός ότι δημιουργήθηκε μια τέτοια λέξη είναι η σφραγίδα που αποδεικνύει πόσο μοναδικοί είναι οι Αφοί Κοέν, δηλαδή οι ταινίες τους. Όσοι έχουμε εντρυφήσει στο κοενικό σύμπαν ξέρουμε περί τίνος πρόκειται. Πόσο καλά και με μαεστρία χειρίζονται την ειρωνεία και τον σαρκασμό, την ανθρώπινη βλακεία, τη ματαιοδοξία, τους εφιάλτες μας, πόσο εύστοχα σχολιάζουν τα κακώς κείμενα της χώρας τους με μια διακριτικότητα και διαφορετικότητα χαρακτηριστική, με σενάρια εξαιρετικά, λεπτοδουλεμένα από τα οποία βγαίνει ένας ιδιότυπος μαγικός ρεαλισμός. Δεν ξέρω πόσο δημοφιλείς είναι στη χώρα τους ή εδώ- τα φεστιβάλ παρεμπιπτόντως τους λατρεύουν- αλλά από την εποχή που πρωτοείδα το "Miller's Crossing", βούτηξα στο κοενικό σύμπαν και συνεχίζω μέχρι σήμερα- φανατικά- να περιμένω πώς και πώς να βρεθώ ανάμεσα στους πιο ιδιόρρυθμους, αξιαγάπητους ήρωες, σε ένα κόσμο ποτέ βαρετό, ενίοτε ονειρικό ή εφιαλτικό.

Αποσπασματικά, κάνω μια βόλτα σε χαρακτηριστικά στιγμιότυπα, στοιχεία ή χαρακτήρες από τις ταινίες τους:

Το καπέλο μες το δάσος στην ταινία Miller's Crossing



Η πυρκαγιά στο ξενοδοχείο -με έναν εφιαλτικό John Goodman-  στην ταινία Barton Fink



Το ρολόι με το οποίο σταματά ο χρόνος στην ταινία The Hudsucker Proxy



Η εγκυμονούσα αστυνομικός με τη βαριά βορειοαμερικάνικη προφορά. Το μονότονα ολόλευκο χιονισμένο τοπίο. Η απύθμενη βλακεία των ανθρώπων. Όλα αυτά στην ταινία Fargo



Η ενδυματολογική άποψη του Dude. To white russian του Dude. Το χαλί του Dude. Η παρέα του Dude. Το κομμένο δάχτυλο. Ο διαστροφικός Jesus. Το γερμανικό συγκρότημα. Ο πάμπλουτος, η γυναίκα του, η κόρη του. Η σκηνή με τη στάχτη του εκλιπόντος Donny. Όλη η ταινία. The Big Lebowski. The Dude abides.





 Η σκηνή της πλημμύρας στο O Brother, Where Art Thou?




Η μικρή και μοιραία Scarlett στην ταινία The Man Who Wasn't There



Μια σκηνή από την συγκεκριμένη ταινία, στην οποία εντοπίζουμε κάποια από τα χαρακτηριστικά στοιχεία του κοενικού σύμπαντος!





Το μαλλί του Javier Bardem στην ταινία No Country For Old Men




Η απίστευτη συσσωρευμένη βλακεία της- τελικά γενναίας- παρέας από το γυμναστήριο στην ταινία Burn After Reading





Ο τεράστιος μαυροπίνακας στην ταινία A Serious Man



Η γάτα στην ταινία Inside Llewyn Davis




Τετάρτη, 10 Φεβρουαρίου 2016

Βίαιοι, βρώμικοι και κακοί (1976)

Το 1976 ο εκλιπών Ettore Scola, αυτός ο τόσο σημαντικός Ιταλός σκηνοθέτης και σεναριογράφος, γύρισε μια ταινία που συζητήθηκε πολύ, που χαρακτηρίστηκε ιερόσυλη κι ανηλεής, κι αυτή δεν είναι άλλη από την "Βίαιοι, βρώμικοι και κακοί" .



Γυρισμένη στις παραγκουπόλεις πέριξ της Ρώμης, επικεντρώνεται στη μίζερη ζωή μιας πολυπληθούς οικογένειας της οποίας πάτερ φαμίλιας είναι ο πολυμίσητος, αποκρουστικός κι απωθητικός Giacinto Mazzatella. Ο οποίος Giacinto αφήνει την οικογένεια του να ζει κάτω από άθλιες συνθήκες, ενώ κρύβει με εμμονική επιμέλεια κι αφοσίωση ένα σημαντικό χρηματικό ποσό που κέρδισε όταν έχασε το ένα του μάτι σε εργατικό ατύχημα. Αυταρχικός, τυρρανικός, ένας μέθυσος βιτσιόζος, στην κυριολεξία ένα κάθαρμα, βίαιος, ασεβής προς όλους και κυρίως προς το γυναικείο φύλο, μια ταλαιπωρία η ζωή κάτω από την ίδια στέγη με δαύτον. Και δεν είναι λίγοι, μάνα, σύζυγος, αδέρφια, παιδιά, νύφες, γαμπροί, εγγόνια, ερωμένη.




Θα έρθει η ώρα που η οικογένεια θα προσπαθήσει να απαλλαγεί από δαύτον,δυστυχώς χωρίς επιτυχία. 
Μετά από αυτό τίποτε δεν θα αλλάξει. Η ζωή στην οικία Mazzatella θα συνεχίσει να είναι το ίδιο μίζερη και θλιβερή όπως πριν. Απλά θα έχουν προστεθεί και νέοι ένοικοι, μια εξίσου πολυπληθής οικογένεια στην οποία ο Τζιατσίντο έχει πουλήσει ...την παράγκα του!




Η τελευταία σκηνή είναι ενδεικτική. Ένα από τα πολύ νεαρά μέλη της οικογένειας Ματζατέλα περιφέρεται εγκυμονούσα, ποιος ξέρει από ποιον. Στο βάθος μια Ρώμη που επιμένει να γυρίζει την πλάτη της στους "άθλιους, βρώμικους και κακούς"




Αυτό που είναι εντυπωσιακό, είναι η ρεαλιστική σκηνοθεσία του Σκόλα, ένας ρεαλισμός που όχι μόνο αγγίζει το γκροτέσκο αλλά το αγκαλιάζει σφιχτά, ένας "μεγεθυσμένος ρεαλισμός", όπως ομολογεί ο ίδιος ο σκηνοθέτης. Άλλωστε τα γυρίσματα της ταινίας, όπως είπαμε, έγιναν στις παραγκουπόλεις περιφερειακά της Ρώμης, ενισχύοντας αυτόν τον επιδιωκούμενο ρεαλισμό.




Ίσως κάποιος να βρει την ταινία αποκρουστική, υπερβολικά "βρώμικη, βίαιη και κακή", ίσως όλο αυτό το γκροτέσκο να τον απωθήσει- αλλά αυτή είναι η γοητεία της, μη ξεχνάμε. Καλώς. Αλλά την ταινία αξίζει να την δει κανείς, έστω  για την αριστουργηματική ερμηνεία αυτού του απίστευτου ηθοποιού του του Νίνο Μανφρέντι στο ρόλο του Τζιατσίντο. Σημείο αναφοράς!



Κυριακή, 7 Φεβρουαρίου 2016

Ο Ettore Scola κι οι αγαπημένοι του σκηνοθέτες.

Ο Έττορε Σκόλα, αυτός ο σπουδαίος Ιταλός σκηνοθέτης και σεναριογράφος, μας άφησε στις 20 του προηγούμενου μήνα σε ηλικία 84 χρονών. Άφησε πίσω του μια σημαντικότατη φιλμογραφία, καθόλου τυχαίο ότι πολλές ταινίες του παραμένουν σημείο αναφοράς, όχι μόνο για τον ιταλικό κινηματογράφο.




Ο Έττορε Σκόλα εκτιμούσε απεριόριστα και θαύμαζε τους παλιούς του συναδέλφους και δεν δίσταζε να δείχνει αυτήν την εκτίμηση και μέσα από τις ταινίες του. Ιδιαίτερα, ο θαυμασμός του για τον μεγάλο Βιττόριο ντε Σίκα δεν κρύβεται! Στην ταινία "C' eravamo tanto amati" (Ήμασταν κάποτε τόσο αγαπημένοι") ένας από τους πρωταγωνιστές, φανατικός σινεφίλ, υπερασπίζεται με θέρμη την γνωστή ταινία του ντε Σίκα "Κλέφτης ποδηλάτων", όταν γίνεται προβολή της στη λέσχη του χωριού του. Οι υπόλοιποι θεωρούν την ταινία προσβλητική και κακόγουστη γιατί αμαυρώνει την εικόνα της χώρας. Γίνεται έξαλλος, τόσο που παραιτείται από τη θέση του δασκάλου και φεύγει για τη Ρώμη όπου αφοσιώνεται στη μελέτη του "Κλέφτη ποδηλάτων".


Στην ίδια ταινία υπάρχει μια σκηνή, όπου γίνονται υποτίθεται τα γυρίσματα της περίφημης σκηνής στην Φοντάνα ντι Τρέβι από την ταινία του Φεντερίκο Φελίνι "Dolce Vita". Σε αυτή τη σκηνή εμφανίζονται ο ίδιος ο Φελίνι και ο Μαστρογιάννι!



Σε μια άλλη ταινία του "La Cena" ("Το Δείπνο") , στην τελική σκηνή, δύο από τα πρόσωπα της ταινίας φεύγουν πετώντας πάνω σε μια σκούπα, μια μαγική σκηνή που θυμίζει εκείνη στο τέλος της ταινίας του Βιττόριο ντε Σίκα "Miracolo a Milano" ("Θαύμα στο Μιλάνο"), ένας μικρός φόρος τιμής από έναν σκηνοθέτη στο δάσκαλο του.

Εκείνος ο σκηνοθέτης τον οποίο θαύμαζε όσο κανέναν άλλον ήταν ο Pier Paolo Pasolini. Οι ταινίες του Παζολίνι ήταν ο λόγος για τον οποίο ο Σκόλα έφτασε ως τις παραγκουπόλεις της Ρώμης για να γυρίσει την περίφημη ταινία του "Brutti, sporchi e cattivi" ("Βίαιοι, βρώμικοι και κακοί") (για την οποία θα μιλήσουμε στην επόμενη ανάρτηση μας).

Υπάρχει μάλιστα η εξής ιστορία. Ο Σκόλα ανησυχούσε ότι ο Παζολίνι θα απέρριπτε την ταινία του ως χυδαία και προσβλητική για τους ανθρώπους των παραγκουπόλεων- πάνω από τους οποίους άλλωστε ο Παζολίνι είχε σκύψει με τόση τρυφερότητα. Έτσι του έδωσε το σενάριο της ταινίας και περίμενε την αντίδραση του. Το αντίθετο όμως, ο Παζολίνι το λάτρεψε, τόσο που πρότεινε στον Σκόλα να γυρίσει- ο ίδιος ο Παζολίνι-  μια μικρού μήκους ταινία, που θα παιζόταν πριν την προβολή του "Βίαιοι, βρώμικοι και κακοί" στις αίθουσες. Ο Σκόλα ενθουσιάστηκε! Δυστυχώς τους πρόλαβε ο βίαιος φόνος του μεγάλου Πιερ Πάολο Παζολίνι.[1]

Η μεγάλη έγνοια του Έττορε Σκόλα ήταν να μην ξεχάσουν οι νέοι Ιταλοί τον Παζολίνι.
"Οι νέοι δεν πρέπει να ξεχάσουν τον Παζολίνι"
"I giovani non devono dimenticare Pasolini"




Κι εμείς αγαπημένε μαέστρο της μεγάλης οθόνης δεν θα ξεχάσουμε ούτε τον Παζολίνι, ούτε εσάς ...


Για μια από τις σπουδαιότερες ταινίες του Έττορε Σκόλα, "Μια ξεχωριστή Μέρα", είχαμε γράψει : εδώ

 [1]