Πέμπτη, 23 Φεβρουαρίου 2017

ΝΙΚΟΣ ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ: Ο Θεμελιωτής του Ελληνικού Κινηματογράφου !!!



 


Και ο τίτλος αυτός ουδόλως αποτελεί προϊόν κάποιας συναισθηματικής υπερβολής εξαιτίας του χθεσινού του θανάτου. Αποτελεί κοινή διαπίστωση πολλών διορατικών ανθρώπων της Τέχνης που εκείνη την εποχή (1956) με την ταινία του «Ο Δράκος», ο Νίκος Κούνδουρος έφερε τα πάνω κάτω στο φτωχό ελληνικό κινηματογραφικό τοπίο με μια ταινία που ενώ είχε στοιχεία ιταλικού νεορεαλισμού, γερμανικού εξπρεσιονισμού και γαλλικού φιλμ-νουάρ, δεν μπορούσες με τίποτα να την εντάξεις σε μια από τις πιο πάνω σχολές. Γιατί διέθετε μια αυθεντικότητα και έναν μοντερνισμό πρωτοφανή όχι μόνο για την ελληνική αλλά και για την ευρωπαϊκή κινηματογραφική πραγματικότητα. Εξ’ ου και οι έντονες διαφορετικές απόψεις και συγκρούσεις που προκάλεσε. Με αποτέλεσμα –όπως γράφει ο Στάθης Βαλούκος στο βιβλίο του Ελληνική Φιλμογραφία- να διαβάζεις κάτι περίεργα πράγματα και να βλέπεις πως τη στιγμή που η ταινία θαβόταν από Δεξιά και Αριστερά:

«Μια κακή ταινία. Ψεύτικη, φτιαχτή, γεμάτη υπερβολές. Μόνο μια αρρωστημένη φαντασία είναι δυνατόν να διανοηθεί και να παρουσιάσει τέτοια τέρατα. Κρίμα! Κρίμα! Κρίμα!" Αχ. Μαμάκης (ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ)».

« Η λύση που δίνει αποδείχνεται πολύ σφαλερή, επομένως δεν υπάρχει λύση. Ο κύριος Καμπανέλλης δεν θέλει να δει λυτρωτικάς δυνάμεις μέσα στη σύγχρονη πραγματικότητα..." Α. Μοσχοβάκης (Η ΑΥΓΗ)».

Την ίδια στιγμή υπήρχαν και οι διορατικοί αλλά και θαρραλέοι άνθρωποι που δεν μάσησαν τα λόγια τους:

"...φιλμ συναρπαστικό με ποιητική έμπνευση που φτάνει σε στιγμές αληθινής έκστασης" Φρανσουά Τριφό.

"..ο κινηματογράφος μας απέκτησε την πρώτη του ταινία και το 1956 πρέπει να θεωρείται σαν η χρονιά του περάσματος από την Προϊστορία στην Ιστορία του Ελληνικού κινηματογράφου". Β. Ραφαηλίδης

"...ο Δράκος αποτελεί τη συγκλονιστική προσφορά της Ελλάδος στη διεθνή κινηματογραφική ποίηση". Ρ. Σώκου

"Ο Δράκος πηγαίνει πολύ μακρύτερα και πολύ βαθύτερα από όποια άλλη ελληνική ταινία". Μ.Πλωρίτης

"Πρόκειται για μια από τις πιο ενδιαφέρουσες ταινίες που μας προσέφερε τελευταία το ευρωπαϊκό κλίμα". Μ. Καραγάτσης

"Ο ελληνικός κινηματογράφος γέννησε με το Δράκο, τον πρώτο καλλιτέχνη, τον σκηνοθέτη Νίκο Κούνδουρο". Νίκος Τσιφόρος.

 

Ο Νίκος Κούνδουρος γύρισε πολλές ταινίες και δοκίμασε πολλά στυλ και τεχνικές. Όμως για μένα  οι τρεις πρώτες του είναι αυτές που ταιριάζουν στον τίτλο του αφιερώματος:

 

Μαγική Πόλις (1954)

 

 
 
 
 
 

Ταινία με έντονες επιρροές από το νεορεαλισμό όπου άνθρωποι του καθημερινού μόχθου στην προσπάθειά τους για μια καλύτερη ζωή μπλέκουν με τον υπόκοσμο του λιμανιού.

 Πρωταγωνιστούν: Γιώργος Φούντας, Θανάσης Βέγγος (το κινηματογραφικό του ντεμπούτο), Μάνος Κατράκης, Μαργαρίτα Παπαγεωργίου, Μίμης Φωτόπουλος, Στέφανος Στρατηγός. Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις  Σενάριο: Μαργαρίτα Λυμπεράκη

 

Ο Δράκος (1956)

 


 
Ένας ασήμαντος τραπεζικός υπάλληλος ετοιμάζεται να περάσει μόνος τις διακοπές της Πρωτοχρονιάς όταν τρομοκρατημένος συνειδητοποιεί ότι μοιάζει μ’ έναν κακοποιό που οι εφημερίδες αποκαλούν «Ο Δράκος». Λόγω της παρεξήγησης, η αστυνομία τον καταδιώκει και αυτός βρίσκει καταφύγιο σ’ ένα καμπαρέ. Μες στη διφορούμενη γοητεία της νύχτας, μία συμμορία του υποκόσμου τον αντιμετωπίζει ως τον γνήσιο Δράκο και μία χορεύτρια του καμπαρέ τον συμπαθεί. Σταδιακά ταυτίζεται με τον καινούργιο του ρόλο, και η επιθυμία του να δραπετεύσει απ’ την γκρίζα του ζωή και να γίνει «κάποιος» τον ωθεί στο να ηγηθεί μιας ληστείας αρχαιοτήτων. Όταν αποκαλύπτεται η αλήθεια, ο Δράκος βρίσκει τραγικό τέλος.
Πρωταγωνιστούν: Ντίνος Ηλιόπουλος Μαργαρίτα Παπαγεωργίου   Γιάννης Αργύρης Θανάσης Βέγγος Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις  Σενάριο: Ιάκωβος Καμπανέλης

 

Οι Παράνομοι (1958)

 

Τρεις παράνομοι, ο ένας σκότωσε τον δοσίλογο που έγινε αιτία να εξολοθρευτεί ένα ολόκληρο χωριό από τους Γερμανούς, ο άλλος είναι φυγόδικος του εμφυλίου και ο τρίτος σκότωσε τον αδελφο του πάνω σε μία διαμάχη για ένα κομμάτι γη, συναντιούνται πάνω στα βουνά και ενώνουν τις δυνάμεις τους για να διαφύγουν της χωροφυλακής που τους κυνηγά. Ακολουθούν μία πορεία προς την θάλασσα την οποία θεωρούν και ως μόνη τους σωτηρία...                                                         
Πρωταγωνιστούν: Τίτος Βανδής, Πέτρος Φυσσούν, Ανέστης Βλάχος, Νέλλη Αγγελίδου, Γιώργος Οικονόμου. Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις.Σενάριο: Νίκος Κούνδουρος

Τετάρτη, 28 Δεκεμβρίου 2016

ΤΑΙΝΙΕΣ ΕΛΛΗΝΩΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΩΝ ΠΟΥ ΔΕΝ ΑΝΤΕΞΑΝ ΣΤΟ ΧΡΟΝΟ !!!



Σημείωση1: Σίγουρα και πρόκειται για υποκειμενικές κρίσεις και δεν επιθυμώ να σας στενοχωρήσω μέρες που είναι. Πάρα μόνο να σας ευχηθώ Χρόνια Πολλά, υγεία και νέες κινηματο-γραφικές απολαύσεις για τη χρονιά που έρχεται.

 

Η κατάταξη των ταινιών γίνεται με χρονολογική σειρά:

 

1. ΧΑΠΠΥ ΝΤΑΙΗ(1976)

 

 



ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Παντελής Βούλγαρης

ΣΕΝΑΡΙΟ: Παντελής Βούλγαρης βασισμένο στο μυθιστόρημα του Ανδρέα Φραγκιά «Ο Λοιμός»


Δ/ΝΤΉΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΊΑΣ:  Γιώργος Πανουσόπουλος


ΜΟΥΣΙΚΗ: Διονύσης Σαββόπουλος
ΗΘΟΠΟΙΟΙ: Στάθης Γιαλελής, Γιώργος Μοσχίδης, Κων/νος Τζούμας, Ζωρζ Σαρή κ.α.
 

Πρόκειται για την πρώτη προσπάθεια κινηματογραφικής εξιστόρησης της φρίκης της Μακρονήσου. Αυτού του κολαστηρίου-ξερονησιού απέναντι από το Λαύριο που από το 1947 μέχρι τις αρχές του 1950 χρησιμοποιήθηκε σαν στρατόπεδο «Εθνικής Αναμόρφωσης» για πολιτικούς κρατούμενους και ύποπτους αριστερών φρονημάτων φαντάρους.
Μιας ταινίας που μέσα στον αριστερό και δημοκρατικό οίστρο της Μεταπολίτευσης γνώρισε την αποθέωση από το κοινό και απέσπασε περί τα 10 βραβεία στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Μόνο που εκείνο το κοινό γνώριζε λεπτομερώς το θέμα και μπορούσε να αντέξει την ελλειπτική αφήγηση του σκηνοθέτη. Κάτι που σήμερα δεν αντέχεται καθώς η απουσία ιστορικής αναφοράς και η μη στρωτή ροή της, μπερδεύει το θεατή και δεν καταλαβαίνει για τί πρόκειται. Και αν έχει μείνει τώρα κάτι από αυτή την ταινία είναι η μουσική του Σαββόπουλου και εκείνη η τραγουδάρα με τον Μιχάλη Μενιδιάτη «Λαϊκός Τραγουδιστής»: «…Βλέπω φτωχούς ανθρώπους/ με πληγωμένο εγωισμό/ όμως είμαι ο τελευταίος/ γιατί δεν έχω ούτε κι αυτό….»




 

2. ΟΙ ΤΕΜΠΈΛΗΔΕΣ  ΤΗΣ  ΕΎΦΟΡΗΣ   ΚΟΙΛΆΔΑΣ (1978 )

 
 
Σκηνοθεσια: Νίκος Παναγιωτόπουλος
Σεναριο: Νίκος Παναγιωτόπουλος
Ηθοποιοί: Bασίλης Διαμαντόπουλος, Γιώργος Διαλεγμένος, Δημήτρης Πουλικάκος, Nικήτας Tσακίρογλου, Oλγα Kαρλάτου.

Εδώ πρόκειται για τέσσερις άντρες, ένας πατέρας και τρεις γιοί που κλεισμένοι σε μια πολυτελή βίλα τρώνε και πίνουνε και συνουσιάζονται εναλλάξ με την οικιακή βοηθό. Εδώ μας φάγανε οι συμβολισμοί που δίναν και παίρναν εκείνη την περίοδο που γυρίστηκε. Αμπελοφιλοσοφίες και άρατα κούρατα με τι σημαίνει το ένα και τι σημαίνει το άλλο. Και κομπλεξαριζότανε ο έρημος ο θεατής που δεν καταλάβαινε τις «βαθυστόχαστες» μπούρδες. Γιατί άλλο οι προθέσεις του δημιουργού και άλλο το αποτέλεσμα. Εκείνο το ρημάδι «το πώς το λες είναι το θέμα». Για μένα η ταινία τώρα δεν βλέπεται και κανένας νέος θεατής δεν θα μπει στη βάσανο να λύσει σταυρόλεξα.





3. 1922 (1978)


 

Σκηνοθεσία: Νίκος Κούνδουρος
Σενάριο: Νίκος Κούνδουρος, Στρατής Καρράς βασισμένο στο μυθιστόρημα του Ηλία Βενέζη «Νούμερο 31328»
Δ/ντής φωτογραφίας: Νίκος Καβουκίδης
Ηθοποιοί: Βασίλης Λάγγος, Αντιγόνη Αμανίτου, Βασίλης Κολοβός, Ελεονώρα Σταθοπούλου, Μπέττυ Βαλάση, Όλγα Τουρνάκη, Ζαχαρίας Ρόχας, Όλια Λαζαρίδου, Νίκος Κάππιος, Άλκης παναγιωτίδης, Γιώργος Χαραλαμπίδης, Λευτέρης Χαρωνίτης, Βασίλης Τσαγκλός, Μιχάλης Γιαννάτος, Κατερίνα Γώγου, Βάσος Ανδρονίδης, Μαίρη Θηβαίου, Γιάννης Ροζάκης, Πέτρος Ζαρκάδης, Μηνάς χατζησάββας.

Μεγάλο και δυνατό καστ αλλά η ταινία βγήκε καρικατούρα. Γιατί ένα τέτοιο εγχείρημα: να παρουσιάσεις δηλαδή τη βασανιστική πορεία των Ελλήνων της Μικράς Ασίας που συνελήφθησαν από τα στρατεύματα του Κεμάλ και οδηγήθηκαν στην εξάντληση και το θάνατο, εμπίπτει στα όρια της υπερπαραγωγής και όχι να προσπαθείς να τα βγάλεις πέρα με ένα νταμάρι της Αττικής. Απαιτούνται δηλαδή χρήματα και δεν τα φέρνεις βόλτα με πενταροδεκάρες. Και εκεί νομίζω έχασε το θέμα ο Κούνδουρος που τον πάω πολύ σαν σκηνοθέτη και με πόνο ψυχής γράφω γι’ αυτήν εδώ την «πατάτα» του.


4. ΜΕΓΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ (1980)



Σκηνοθεσία: Θεοδωρος Αγγελόπουλος  Σενάριο: Θεοδωρος Αγγελόπουλος Δ/ντής Φωτογραφίας: Γιώργος Αρβανίτης Μουσική: Χριστόδουλος Χάλαρης
Ηθοποιοί: Ομέρο Αντονούτι, Χριστόφορος Νέζερ, Τούλα Σταθοπούλου, Μιχάλης Γιαννάτος κ.ά.

Εδώ είναι που χάνει η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα. Δραπέτες ληστές με φουστανέλες και αρχηγό το Μεγαλέξανδρο επίσης με φουστανέλα αλλά και με περικεφαλαία του Κολοκοτρώνη αυτός –ο έρημος ο Αντονούτι σερνότανε χράπα χρούπα με κάτι παλιοτσάρουχα που πρέπει να τον «εκοβαν»- πιάνουν ομήρους κάτι πλούσιους και γυρνώντας από χωρίου εις χωρίον συναντάνε και κάτι αναρχικούς με μακριά πανωφόρια και κασκόλ και ποιος είδε το Θεό και δεν τον εφοβήθηκε.
Μόνο που ο εθνικός μας σκηνοθέτης είχε διαπράξει εδώ και μια … λαθροχειρία. Η σκηνή της ταινίας που έβαλα είναι παρμένη αυτούσια από τη βραζιλιάνικη ταινία «Κανγκασέϊρο» (1953) του μεγάλου  σκηνοθέτη Λίμα Μπαρέτο, ταινία που εδώ παίχτηκε στο Studio της οδού Τρικόρφων γύρω στο 1968,  και είχε να κάνει με αντάρτες της υπαίθρου εμφορούμενους από ένα κράμα επαναστατικών και θρησκευτικών δοξασιών όπου σε μια στιγμή ο αρχηγός τους ως άλλος Αϊ Γιώργης φωτογραφίζεται να λογχίζει το δράκο … καλή ώρα σαν τον Μεγαλέξανδρο!
 

 

5. ΗΝΙΟΧΟΣ (1994)


Σκηνοθεσία: Αλέξης Δαμιανός
Σενάριο: Αλέξης Δαμιανός
Δ/ντής φωτογραφίας: Χρήστος Βουδούρης
Ηθοποιοί: Βάσιας Ελευθεριάδης, Αλέξης Δαμιανός, Θοδωρής Πολυζώνης, Δημήτρης Παπαναστασίου κ.ά.

 

Και εδώ οι προθέσεις πολύ καλές: κάποιος που έχει ως είδωλο τον Ηνίοχο περνάει μια περιπέτεια 50 χρόνων από το 1941 έως το 1991 μέσα από ταλαιπωρίες και περιπέτειες, δραπετεύει από τους Ιταλούς στα βουνά αντάρτης εμφύλιες περιπέτειες και πάει λέγοντας, αλλά το πράγμα δεν βγαίνει. Τα τοπία της Πάρνηθας και των χωριών της Αττικοβοιωτίας αδυνατούν να σώσουν τις υποκριτικές υπερβολές της –και τώρα τελευταία που την ξαναείδα- μου θύμισε τα σκετς που παίζαμε στο σχολείο.

 
____________________________
Σημείωση2: Πιστεύω πως οι ταινίες αυτές θα μπορούσαν να ενταχθούν στα λεγόμενα cult movies και να παίζονται στα ανάλογα φεστιβάλ για να ξεδίνει λιγάκι ο κόσμος. Εκτός βέβαια από το Χαππυ Νταίη και το 1922 που από μόνο του το θέμα δεν σηκώνει αστεία.



 

Παρασκευή, 25 Νοεμβρίου 2016

Γιλμάζ Γκιουνέι, ο αληταράς, το κουρδόσπερμα, ο βρωμοανατολίτης ο Κομμουνιστής !!!



Με αυτά τα λόγια ο τουρκικός τύπος υποδέχτηκε το 1982 τη βράβευση με το Χρυσό Φοίνικα των Καννών και την παγκόσμια αναγνώριση του Γιλμάζ Γκιουνέϊ. Ενός μεγάλου Κούρδου σκηνοθέτη ακτιβιστή και επαναστάτη που την προηγούμενη χρονιά είχε δραπετεύσει από τις περιβόητες τουρκικές φυλακές, όπου εξέτιε ποινή 18 ετών.
Γεννημένος το 1937 έξω από τα Άδανα από μια πολύ φτωχή οικογένεια, κατόρθωσε να σπουδάσει νομικά στο πανεπιστήμιο της Άγκυρας και οικονομικά σε αυτό της Κωνσταντινούπολης.
Αφού ασχολήθηκε για λίγο με τη λογοτεχνία γρήγορα στράφηκε ως ηθοποιός στον κινηματογράφο όπου και σημείωσε τεράστια επιτυχία.
Κάποια στιγμή δημιούργησε δική του κινηματογραφική εταιρία και ως σκηνοθέτης πλέον άρχισε να γυρίζει ριζοσπαστικές κοινωνικές ταινίες και να μεταβληθεί σε σύμβολο των κοινωνικών αγώνων. Πληρώνοντας έτσι ένα βαρύ τίμημα με συνεχείς διώξεις και φυλακίσεις. Γιατί ο άνθρωπος τα πίστευε και αγωνιζόταν γι’ αυτά που έδειχνε στις ταινίες. (όχι σαν τον Κλιντ Ίστγουντ που μας πουλάει προβληματισμό ενώ ξύνει τ’ αρχίδια του και ψηφίζει Μπους και Τράμπ!).
Μετά από τόσες ταλαιπωρίες και φυλακίσεις τον άρπαξε και ο καρκίνος και το 1984 σε ηλικία 47 ετών και ενώ ετοιμαζόταν να γυρίσει ταινία με ελληνικό θέμα ο Γιλμάζ Γκιουνέϊ μας εγκατέλειψε αφήνοντάς μας όμως μια πολύ σπουδαία κινηματογραφική και αγωνιστική παρακαταθήκη

 Σημαντικότερες ταινίες του: ΄
                   Ο ΣΥΝΤΡΟΦΟΣ (ΑRKADAS) 1974

          


 
 

Ένας παράξενος φίλος επισκέπτεται έναν πλούσιο αρχιτέκτονα και την οικογένεια του καταφέρνοντας να διαβρώσει την τάξη τους.
 
                        ΤΟ ΚΟΠΑΔΙ (SURU) 1977
Μια οικογένεια βοσκών μεταφέρει τα πρόβατά της από το χωριό στην πρωτεύουσα, αντιμετωπίζοντας την εκμετάλλευση και την αδιαφορία του περίγυρου καθώς και τη στενοκεφαλιά και τις ξεπερασμένες αντιλήψεις ενός αυταρχικού πατέρα. Η ταινία γυρίστηκε από το βοηθό του με σενάριο και οδηγίες του Γιλμάζ από τη φυλακή.
 
                                 Ο ΔΡΟΜΟΣ (YOL) 1982 
Πέντε κρατούμενοι παίρνουν άδεια από τις φυλακές και ξεκινούν για τα σπίτια τους. Ο Γκιουνέι μέσα από την πορεία τους μας δίνει μιαν εικόνα της κατάστασης (πολιτικής και κοινωνικής) στην Τουρκία του Εβρέν. Μεγάλο βραβείο του Φεστιβάλ Καννών. O σκηνοθέτης είχε δραπετεύσει την προηγούμενη χρονιά από τις περιβόητες τουρκικές φυλακές όπου εξέτιε ποινή 18 ετών. Η ταινία γυρίστηκε στη Γαλλία.
 
 
                               Ο ΤΟΙΧΟΣ (DUVAR) 1983
 
 Στις κεντρικές φυλακές της Αγκυρας ένας θάλαμος παιδιών επαναστατεί ζητώντας καλύτερη μεταχείριση. Αστυνομικοί, πυροσβέστες και δεσμοφύλακες εισβάλλουν τελικά και χτυπάνε τα παιδιά.«Όλα όσα αφηγείται αυτή η ταινία είναι μνήμες αληθινών γεγονότων. Την αφιερώνω σ' αυτούς, που µε αίμα, φωτιά και δάκρυα, αναζήτησαν το φως και το νερό μέσα στο σκοτάδι των τοίχων». Σ' αυτήν την ταινία - ντοκουμέντο του Γκιουνέι, κύριοι πρωταγωνιστές όπως είπε ο ίδιος, είναι τα παιδιά. Και αυτή η ταινία γυρίστηκε στη Γαλλία.
 
 
 
 
 
 

Τρίτη, 4 Οκτωβρίου 2016

ΑΣΤΑΚΟΜΑΚΑΡΟΝΑΔΑ ... και όποιον πάρει ο χάρος !!!





 

Σπύρος Γιανναρᾶς*

                     Ἀστακομακαρονάδα
          (ἕνα σχόλιο στὴν ταινία τοῦ Γιώργου Λάνθιμου).

 

Η πρώτη αὐθόρμητη ἀντίδραση ἦταν ὁ θυμός. Ὅπως μὲ ὅλους ὅσοι σοῦ πουλᾶνε φτηνὸ ἐξυπνακισμό, μὲ τὸ πανομοιότυπο στὶς περιπτώσεις αὐτές, συνακόλουθο τουπὲ τοῦ ἀποικιοκράτη ποὺ πετάει στὰ μοῦτρα τῶν ἀκάτεχων (στὰ δικά του τυφλὰ ὄμματα) ἰθαγενῶν τὰ καθρεφτάκια του. Ἐν προκειμένῳ μία πανάκριβη παραγωγὴ μὲ τὸ ἀστραφτερὸ λοῦστρο τοῦ Χόλλυγουντ: Colin Farrell, Lea Seydoux, Rachel Weisz κ.λπ.

Μετὰ τὸν θυμό, σειρὰ εἶχε ἡ ἀνία. Ἡ ἀνία ποὺ σὲ κατακλύζει ὅταν ἀπὸ τὴν πρώτη κιόλας κουβέντα τοῦ ἄλλου, καθὼς διαπιστώνεις πὼς πίσω ἀπὸ τὴν ἐφετζίδικη πόζα, πίσω ἀπὸ τὸν στόμφο τοῦ κοίτα-τί-σοῦ-λέω-ἐγώ, χάσκει τὸ ἀπόλυτο κενό. Τὸ τίποτα. Ἡ ἀνία καὶ τὸ ἀφόρητο προαίσθημα ποὺ γρήγορα μετατρέπεται σὲ πανικό, γιὰ τὸ δύσφορο δίωρο ποὺ ἔχεις μπροστά σου, ἕνα δίωρο, ἐνοχλητικῆς ἀρχικά, προσβλητικῆς ἐν τέλει συρραφῆς εὐτελῶν διανοητικῶν ἀκκισμῶν, τάχα ἀλληγορικῶν σκηνῶν (δὲν διανοεῖται τί εἶναι ἀλληγορία) ποὺ ἐπιζητοῦν μονάχα τὴν πρόκληση καὶ τὸν ἐντυπωσιασμὸ τοῦ πόπολου, τῆς μάζας.

Epater la gallerie. Ἡ ἀσθένεια τῆς ἐποχῆς μας, αὐτὸς ὁ ἀγιάτρευτος καρκίνος ἐγκεφάλου τῆς τέχνης παρουσιάζει πλῆθος θλιβερῶν μεταστάσεων ὅταν παντρεύεται τὴν κακοφορμισμένη μειονεξία τοῦ ἐπαρχιώτη. Τοῦ ἡμιμαθοῦς ἐκείνου ἀρχοντοχωριάτη ποὺ πασχίζει ἀφενὸς νὰ κολακέψει τοὺς ξένους, ἐκείνους ποὺ τὰ κάνουν ἐξ ὁρισμοῦ ὅλα καλύτερα, (γιατί στὸ ταυτολογικὸ μυαλό του ὁ ξένος, δηλαδὴ ὁ Εὐρωπαῖος κι ὁ Ἀμερικανός, ἔχει ἀπόλυτη ἀξία ἁπλῶς καὶ μόνο ἐπειδὴ εἶναι Εὐρωπαῖος καὶ Ἀμερικανός). Τοὺς ξένους της ἑσπερίας, τὰ παιδικά του εἴδωλα, στοὺς ὁποίους ἐπιθυμεῖ ἀκόμα στὰ σαράντα του, νηπιοπρεπῶς νὰ μοιάσει. Ὁ ἐπαρχιώτης ποὺ θὰ ἦταν (καὶ εἶναι) πανευτυχὴς ὡς κακόμοιρος φτωχοσυγγενής. Ὁ δουλόφρων ἐκεῖνος ἐπαρχιώτης (ἀκριβῶς ἐπειδὴ ἡ ἐπιθυμία ἐντυπωσιασμοῦ μετατρέπει τὸν καλλιτέχνη σὲ δοῦλο τῆς εὐτέλειας, καθὼς ἀκυρώνει τὴν τέχνη χρησιμοποιώντας την ἐργαλειακά – δηλαδὴ εὐτελίζοντάς την – «γιὰ νά» ὑπηρετήσει κάτι ἄλλο, ἐν προκειμένῳ τὴν πιὸ ὠμὴ ἰδιοτέλεια τοῦ διψασμένου γιὰ ἀναγνώριση) μετατρέπεται σὲ δοκησίσοφο κήνσορα μόλις βρεθεῖ ἀπέναντι στοὺς δικούς του. Στὴν ἐπαρχία ποὺ βδελύσσεται γιατί τοῦ ὑπενθυμίζει τὴν ταπεινή – τόσα καταλαβαίνει – νεοελληνικὴ καταγωγή του ἀπ’ τὴν ὁποία εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀποδεσμευτεῖ.

Epater la gallerie, λοιπὸν κι epater le bourgeois, ἀναλόγως τὸ περιβάλλον. Γιατί αὐτὴ εἶναι ἡ συνταγή. Ἡ ἐπιτυχημένη συνταγή. Καὶ γιατί τὴν ἴδια ἀναίδεια ἔχουν ἐπιδείξει πλεῖστοι ὅσοι ἐπιτυχημένοι καλλιτέχνες καὶ σκηνοθέτες, ὅπως ὁ ἀνεκδιήγητος Lars von Trier ποὺ ἔλουσε πλεῖστες ὅσες φορὲς τὸ ἐνθουσιῶδες κοινό του μὲ ἰδίας κοπῆς σκουπίδια, ὅπως τὶς ἐξοργιστικῆς μετριότητας ταινίες Δαμάζοντας τὰ κύματα, Ἀντίχριστος καὶ Dogville.

Ἡ ὁμοιότητα δὲν εἶναι τυχαία. Οἱ δυὸ σκηνοθέτες ἐπιδεικνύουν τὴν ἴδια βαθιὰ περιφρόνηση γιὰ τὸν θεατὴ καὶ τὴν ἴδια ἀκριβῶς διανοητικὴ καὶ πνευματικὴ ρηχότητα. Σπαταλοῦν ἕνα πανθομολογουμένως ὑπαρκτὸ ταλέντο μὲ τὸν κωλοπαιδαρισμὸ τοῦ δεκαεξάρη. Ἡ δραματικὴ στεγνότητα ὅμως τῆς πιὸ γυμνορρύπαρης ἐγκεφαλικότητας δὲν εἶναι μονάχα προϊὸν κωλοπαιδαρισμοῦ. Ἡ ἐγκεφαλικότητα, ποὺ εἰρήσθω ἐν παρόδῳ ἔχει καταστρέψει τὴν νεοελληνικὴ ποίηση, εἶναι τὸ τίμημα ποὺ ἀκολουθεῖ τὴν (παρεφθαρμένα) ρομαντικὴ δοξασία ὅτι τὸ ταλέντο εἶναι ἕνα εἶδος ἐπιφοίτησης τοῦ ἁγίου πνεύματος, τὸ ξόρκι τῆς νεράιδας ποὺ ἐπιτρέπει στὸν καλλιτέχνη νὰ μεγαλουργήσει χωρὶς κανένα ἐπιπλέον προαπαιτούμενο. Μ’ ἄλλα λόγια ἡ ἐγκεφαλικότητα εἶναι τὸ χαρακτηριστικὸ τοῦ ἡμιμαθοῦς, ποὺ τσαλαβουτάει στὴ ρηχὴ ἐπιφάνεια τῶν πραγμάτων, ὄντας ἀνίκανος νὰ ἀντιληφθεῖ τὴν παραμικρὴ ὑπαρξιακὴ ἀγωνία, δηλαδὴ τὴν ἀγωνία θανάτου πίσω ἀπὸ τὶς πράξεις καὶ τὰ λόγια τῶν ἀνθρώπων. Κι ἀκριβῶς ἐπειδὴ δὲν διαθέτει καμία ρωγμή, ἐπειδὴ δὲν κουβαλάει κανένα ἴχνος συντριπτικοῦ ψυχικοῦ κατάγματος, ἔχοντας κερδίσει τὴν ἐγωτικὴ αὐτάρκεια τῆς ἀενάως ἐκπληρούμενης κι αὐτοϊκανοποιούμενης ἡδονῆς ποὺ ζεῖ γιὰ τὸ στιγμιαῖο παρὸν καὶ τὴ λήθη τοῦ θανάτου, τοῦ εἶναι ἀδύνατον νὰ συμπάσχει, νὰ βγεῖ δηλαδὴ ἀπὸ τὸ ἐγώ του γιὰ νὰ συναντήσει τὸν ἄλλο· τοῦ εἶναι ἀδύνατο ὁποιασδήποτε μορφῆς ἑνοποιητικό «σύν». Εἶναι ὁ ρινόκερος τοῦ Ἰονέσκο, ὁ κοιλιόδουλος λωτοφάγος σύντροφος τοῦ Ὀδυσσέα, ποὺ θυσιάζει τὰ πάντα στὴν ἀπόλαυση τῆς στιγμῆς. Γι’ αὐτὸ καὶ δὲν εἶναι καθόλου τυχαία ἡ ἕλξη ποὺ αἰσθάνεται ὁ Λάνθιμος γιὰ τὴν πανάρχαια ἀλληγορία τῆς μεταμόρφωσης τοῦ ἀνθρώπου σὲ ζῶο. Οὔτε καὶ τῶν Λάνθιμου καὶ Trier γιὰ τὴν κτηνώδη βία καὶ τὰ ἔνστικτα.

Ὅταν ἀφαιρεθεῖ τὸ νόημα ἀπὸ τὸν μυχὸ τῶν πραγμάτων, ὅταν ἀπολέσουν τὴν ἱερότητά τους, ἤτοι τὴν ἀπειρία τῶν ἐκφραστικῶν ἀντικατοπτρισμῶν τῆς ἐσωτερικῆς τους ἀλήθειας (κάτι σὰν τὸ λαμπύρισμα τῶν φαιοπράσινων φύλλων τῆς ἐλιᾶς κάτω ἀπ’ τὸν ἥλιο) τὴν ὁποία σύσσωμοι οἱ μεγάλοι πολιτισμοὶ στὴν ἱστο-

ρία τῆς ἀνθρωπότητας ὀνόμασαν Μυστήριο, μένεις μὲ τὸ ἄδειο καύκαλο τοῦ μονοσήμαντου σημαίνοντος/σημαινομένου στὰ χέρια. Παίζεις, ἐναλλάσσοντας τὶς φόρμες, τὶς μορφὲς καὶ τὶς λέξεις πάνω στὴν ἴδια ἐπίπεδη ἐπιφάνεια, ἐπιζητώντας μία ἐπιδέξια σύνθεση, ἱκανὴ νὰ τραβήξει τὸ βαριεστημένο μάτι. Παίζεις μὲ τὶς παραλλαγὲς τοῦ τετριμμένου, καταλήγοντας ἀναγκαστικὰ στὴν ἐπιτήδευση, δηλαδὴ στὸν αἰσθητισμό (esthιtisme de l’esthθte), στὴν ἀνακύκλωση τῆς κενότητας τοῦ «τέχνη γιὰ τὴν τέχνη», κι

ἐν τέλει στὴν ἀνακύκλωση τοῦ τετριμμένου, δηλαδὴ τοῦ ἀπορρίμματος. Ἡ τέχνη ὑποβιβάζεται (τόσο ποὺ ἀναιρεῖται) στὸ ἐπίπεδo τῆς (κούφιας) αἰσθητικῆς, γίνεται στυλιζάρισμα (ἐξ οὗ καὶ ὁ ἔπαινος τοῦ ἀριστοτεχνικοῦ στυλίστα ποὺ συνοδεύει τοὺς δυὸ σκηνοθέτες). Ποὺ πάλι μὲ τὴ σειρά του ὁδηγεῖ ἀναπόδραστα στὸ κίτς· στὴν κενότητα μίας ἡδονικῆς μορφῆς ποὺ ἐξαντλεῖται στὸ περίβλημά της. Μ’ ἄλλα λόγια ὁ Ἀστακὸς μοιάζει μὲ προσπάθεια ἐπιβεβαίωσης τοῦ κουντερικοῦ ρηθέντος: «Πρὶν ξεχαστοῦμε, θὰ μεταμορφωθοῦμε σὲ κίτς». Κι ἐσὺ ὡς θεατὴς εἶσαι ἀναγκασμένος νὰ ὑποστεῖς τo ἠθελημένα διαστροφικὰ σκηνοθετημένο – εἴπαμε, pour epater la gallerie – (ὑπαρκτὸ ἢ ἀνύπαρκτο) βίτσιο τοῦ σκηνοθέτη. Τὴν πρόκληση γιὰ τὴν πρόκληση ως trade mark τοῦ σύγχρονου ἑλληνικοῦ κινηματογράφου. Ὅταν μία ταινία σὰν τὸ Dogville ἀναλώνεται στὴν αὐτιστικὴ ἐμφατικὴ ἐπανάληψη σκηνῶν ποὺ ὑπηρετοῦν μία παιδαριώδη μανιχαϊκὴ ἠθικὴ λοβοτομημένου Εὐαγγελιστῆ, τοῦ τύπου «Ὀφθαλμὸν ἀντὶ ὀφθαλμοῦ…» ἢ ὅταν ὁλόκληρος ὁ Ἀστακὸς δὲν εἶναι παρὰ ἡ μονότονη πληκτικὴ ὑπενθύμιση τῆς ὑψιπετοῦς καὶ συγκλονιστικὰ εὑρηματικῆς σύλληψης, ὅτι ὅλοι οἱ ἄνθρωποι εἶναι ζῶα ποὺ λειτουργοῦν μονάχα μὲ τὸ ἔνστικτο τῆς ἐπιβίωσης, τότε νομίζω ὅτι δικαιοῦσαι ὡς θεατὴς νὰ βγεῖς ἀπὸ τὰ ροῦχα σου ποὺ πέταξες δέκα εὐρὼ σὲ ἐποχὲς μεγάλης ἀνέχειας καὶ δυὸ ὧρες ἀπὸ τὶς πολυτίμητες τῆς ζωῆς σου γιὰ νὰ σοῦ προσβάλουν τὴ νοημοσύνη. Ἐκτὸς κι ἂν εἶσαι πεντάχρονο προσκοπάκι ἢ κατηχητικόπουλο καὶ προσανατολίζεσαι στὴ ζωή σου ἀκολουθώντας εὐλαβικὰ σοφολογιότατες συνταγὲς ὅπως «κάνε τὸ καλὸ καὶ ρίξ’ το στὸ γιαλό», τὴν ἀντεστραμμένη trendy κυνικὴ παραλλαγή του «κάνε τὸ κακό…» ἢ διαφημιστικὲς κατηγορικὲς προσταγὲς τοῦ τύπου «ἀπόλαυσε τὴ στιγμή».

Ἐν ὀλίγοις, ἡ ἐγκεφαλικότητα καὶ τὰ κλισὲ ὅπως π.χ. τὸ κλισὲ τῆς ζωομορφίας ἢ τῆς δυστοπίας δὲν ἀρκοῦν γιὰ νὰ κάνει κανεὶς μία καλὴ ταινία. Ἀρκεῖ νὰ συγκρίνει τὸν Ἀστακὸ μὲ τὸ ἀριστουργηματικὸ κινηματογραφικὸ ἔργο τοῦ Terry Gilliam Brazil, τὸ ὁποῖο δὲν ἔχει πάρει οὔτε μία ρυτίδα ἀπὸ τὸ 1985, ἕνα ἔργο ποὺ παίζει μὲ τὰ ἴδια μοτίβα τῆς δυστοπίας, τοῦ ὁλοκληρωτισμοῦ καὶ τὴν αὐταπάτη ἢ τὸ ἀνέφικτο τοῦ εὐτυχισμένου ἔρωτα ἑνὸς ζευγαριοῦ, γιὰ νὰ καταλάβει τὴν ἰλιγγιώδη διαφορὰ μεταξὺ τοῦ Gilliam κι ἑνὸς σκηνοθέτη ποὺ δὲν πλάθει κινηματογραφικὴ γλώσσα, ἀλλὰ κινηματογραφικὰ ἄψογα στυλιζαρισμένα κλισέ, εἰκονογραφώντας ἕνα κείμενο τὸ ὁποῖο ὁ ἀναγνώστης μπορεῖ νὰ ἀποκρυπτογραφήσει πίσω ἀπὸ κάθε πλάνο. Ὅπως π.χ. ἡ ἐρωτευμένη ποὺ τυφλώνεται ὡς «ἀλληγορία» τοῦ τυφλοῦ μίσους τῆς ἀνέραστης ἀρχηγοῦ τῆς ἀγέλης καὶ ὡς κατ’ ἐξοχήν «ἀλληγορία» τοῦ ἔρωτα. Τὸ ξέρω ὅτι θὰ ἐκνευρίσω πολλοὺς καλοὺς φίλους, ἀλλὰ αὐτὸ ἀκριβῶς εἶναι τὸ εἰδοποιὸ χαρακτηριστικό του ἀτάλαντου.

Μετὰ τὸν θυμὸ καὶ τὴν ἀνία, τελευταία ἔρχεται καὶ σὲ καταπλακώνει ἡ ἀπελπισία. Ἀκριβῶς ἐπειδὴ τὸ πιὸ ὀδυνηρὸ ἀπ’ ὅλα, εἶναι τελικὰ ὅτι ὁ Λάνθιμος δὲν ἔχει τίποτα νὰ πεῖ διότι ἁπλούστατα δὲν μπῆκε ποτὲ στὸν κόπο (ἢ δὲν αἰσθάνθηκε τὴν ὑπαρξιακὴ ἀνάγκη) νὰ ψάξει νὰ βρεῖ τίποτα δικό του. Ἀκριβῶς ἐπειδὴ τὸ δικό του θὰ τὸ ἔβρισκε στὸν τόπο του, τὸν ὁποῖο ὅμως τόσοβαθιὰ περιφρονεῖ. Κι ὅταν λέμε ἔχω κάτι νὰ πῶ, σημαίνει ὅτι ἔχω ἀρχίσει κάτι νὰ ψυχανεμίζομαι γιὰ τὸ ποιὸς εἶμαι. Καὶ τὸ ποιὸς εἶμαι δὲν εἶναι φυσικὰ θέμα ἀτομικῆς ἐπιλογῆς ὅπως πασχίζει νὰ μᾶς πείσει ὁ παγκοσμιοποιημένος πολιτισμὸς τῆς καταναλωτικῆς εὐωχίας. Ὁ καταρρέων πολιτισμὸς τῆς τσιχλόφουσκας καὶ τοῦ application. Τὸ ποιὸς εἶμαι εἶναι συνάρτηση τοῦ ἀπὸ ποῦ κρατάει ἡ σκούφια μου, δηλαδὴ τοῦ τί γάλα ἔχω βυζάξει (γιατί ἀκριβῶς ὑπάρχουν λογιῶν λογιῶν γάλατα ὅπως σοφὰ μᾶς δίδαξε ὁ πολὺς Πάουλ Τσέλαν). Μ’ ἄλλα λόγια, τοῦ ἀπὸ ποῦ καὶ πῶς ἐκκινήσαμε καὶ τί ἔγινε καὶ φτάσαμε σήμερα νὰ εἴμαστε ἡ κοινωνία ποὺ εἴμαστε, ἡ κοινωνία ποὺ μὲ δεξιώνεται προσδιορίζοντάς με. Τὸ ποιὸς εἶμαι εἶναι τὸ ἀπερινόητο ἐρώτημα ποὺ θέτει στὸ Ἀρκαδία Χαῖρε ὁ συγκλονιστικὸς δημιουργὸς Φίλιππος Κουτσαφτής, ὁ ὁποῖος μέσα ἀπὸ τὴν βαθιὰ προσωπικὴ καὶ γι’ αὐτὸ τόσο οἰκουμενικὴ προσέγγιση τοῦ ἐρωτήματος, μᾶς βοηθάει νὰ ζήσουμε, δηλαδὴ νὰ ἀντέξουμε τὸ παρόν. Τὸ ἀχαμνὸ ἐδῶ καὶ τώρα, ποὺ σκηνοθέτες σὰν τὸν Λάνθιμο ὑποτιμοῦν, ἐνῶ ἐξακολουθοῦν νὰ μπερδεύουν παιδαριωδῶς τὸ προσωπικὸ μὲ τὸ ὀμφαλοσκοπικό.

Μπορεῖς καὶ νὰ γυρίσεις τὴν πλάτη στὸν τόπο (σου). Θὰ πρέπει ὅμως νὰ ἔχεις περάσει ἀπὸ τὸ τοπικὸ γιὰ νὰ φτάσεις κάποτε στὸ οἰκουμενικό, τὸ τοπικὸ μεῖον τοὺς τοίχους, ὅπως τὸ ὀνόμαζε ὁ Πορτογάλος συγγραφέας Μιγκὲλ Τόργκα. Γιὰ νὰ ὑπερβεῖς ὅμως τὴν ἐντοπιότητα, πρέπει νὰ διαθέτεις τὸ ἰλιγγιῶδες ἀνάστημα τοῦ ἀνθρώπου ποὺ ταπεινώνεται ἀναστοχαζόμενος τὸ ντόπιο, (δηλαδὴ μία στοιχειώδη φρόνηση) κι ὄχι τὴν σιγουριὰ τοῦ οἰηματία, ποὺ προχωράει μὲ τὴν περιφρόνηση.

Οἱ ταινίες τοῦ Λάνθιμου ἐμφανίζονται πολὺ ἑτεροχρονισμένα. Ὡς λειτουργικὰ ἀναλφάβητη κοινωνία ποὺ ἔχει ξεχάσει τὴν ἀνάγνωση ἢ ἁπλῶς καὶ μόνο ἐπειδὴ αὐτὸ μᾶς ζητοῦν ἐπιτακτικὰ τραβώντας μας ἀπὸ τὸ μανίκι οἱ μεγαλέμποροι τῆς παγκόσμιας πολιτιστικῆς παραγωγῆς, τὶς στολίσαμε μὲ τὸ ταμπελάκι τῆς κρίσης. Κι ἐπειδή, δῆθεν καὶ τάχα μου, ὁ καλλιτέχνης δὲν δύναται νὰ ἀσχοληθεῖ μὲ τὴ χυδαιότητα τοῦ παρόντος (τὸ χύδην τοῦ πράγματος τὸν ἀνατριχιάζει) ἡ κρίση παρουσιάζεται διαθλασμένη (τάχα μου πάλι ὡς ἐν ἐσόπτρῳ καὶ ἐν αἰνίγματι) ὡς ἀντανάκλαση στὸν βοσκηματώδη ψυχισμὸ τῶν ἡρώων ποὺ λειτουργοῦν εἴτε μὲ τὸν ἐργαλειακὸ αὐτοματισμὸ τῆς μηχανῆς, εἴτε μὲ τὸν ἐνστικτώδη τοῦ ζώου. Μόνο ποὺ ὅπως συμβαίνει μὲ τὸ σύνολο ἀλλὰ καὶ ὅλα τὰ ἐπιμέρους τοῦ Ἀστακοῦ, ἡ ἐτικέτα αὐτὴ δὲν εἶναι παρὰ ἕνα ἀκόμα προπέτασμα καπνοῦ, ἡ οὐρὰ ἑνὸς ἀκόμα πυροτεχνήματος ποὺ ἐξαντλήθηκε στὴ στιγμή. Στάχτη στὰ μάτια. Οἱ ταινίες τοῦ Λάνθιμου εἶναι οἱ ταινίες τοῦ κουλτουριάρη, ἀνήκουν στὸ κενὰ βερμπαλιστικὸ ἐκεῖνο εἶδος «τέχνης» ποὺ προσέδωσε τὸ προσωνύμιο «κουλτουριάρης» στὸν ἐντρυφώντα στά «μυστικά» της. Εἶναι ἡ «τέχνη» ποὺ ἱκανοποιεῖ τὴν ἀνάγκη τοῦ ἀμόρφωτου νεόπλουτου νεοέλληνα, ποὺ ἔπιασε (ξένα ἢ κλεμμένα, πάντως ἄκοπα) λεφτὰ στὰ χέρια καὶ κορδώνεται τὸν καμπόσο παριστάνοντας ΚΑΙ τὸν κουλτουριάρη. Ἡ τέχνη τοῦ ἀκάτεχου, τοῦ ἄπλυτου, ποὺ ἔφτυνε τὴν ψαρόσουπα τῆς μάνας του καὶ ποὺ σήμερα αἰσθάνεται ξαφνικὰ ἄνδρας περιωπῆς μπροστὰ στὴν χρυσοπληρωμένη ἀστακομακαρονάδα τῆς Μυκόνου. Ὁ ἄνθρωπος ποὺ δέχεται (ἐπειδὴ ἀκριβῶς κι ἐκεῖνος ἔγινε ὅ,τι ἔγινε πουλώντας) φύκια γιὰ μεταξωτὲς κορδέλες. Ἐν ὀλίγοις ἂν ἀναγνωρίζουμε κάτι ἀπ’ τὸν ἑαυτό μας στὸ weird wave of Greek cinema, αὐτὸ δὲν εἶναι ἡ θεματικὴ τῆς νοσηρῆς συντηρητικῆς οἰκογένειας ἢ ἡ κοινωνικὴ δυστοπία, ἀλλὰ τὸ πρόσωπο τῆς παρακμῆς μας.

Ἐξ οὗ καὶ ἡ καλλιτεχνική μας πρόταση ὡς χώρας, μὲ τὴν ὁποία δείχνουμε νὰ ταυτιζόμαστε συλλογικά, εἶναι ἐντελῶς φυσικὰ ὁ Λάνθιμος, ἡ Τσαγκάρη καὶ ὁ Ἀβρανᾶς. Ὁ Λάνθιμος ἕνας ἀκόμα ἀπὸ τοὺς ἐπώνυμους τῆς γενιᾶς μου ποὺ μὲ κάνει νὰ αἰσθάνομαι βαθιὰ ντροπὴ γιὰ αὐτὴν ἀκριβῶς τὴ γενιά. Γιατί εἶναι ὁ ἄνθρωπος ποὺ ὄχι ἁπλῶς δὲν πῆρε (ἢ δὲν ἐνδιαφέρθηκε νὰ πάρει) μυρωδιὰ γιὰ τὶς αἰτίες τῆς παρακμῆς ποὺ μᾶς μαστίζει, ἀπειλώντας νὰ μᾶς ἀποτελειώσει, ἀλλὰ ὁ εὐφυὴς καὶ μορφωμένος ἐκεῖνος καλλιτέχνης ποὺ ἐφευρίσκει εὐφάνταστους (ὅσο κι ἀπεχθεῖς) τρόπους γιὰ νὰ τὴν ἀνανεώσει καὶ νὰ τὴν διαιωνὶσει.
 
 
__________________________________
Από το τελευταίο τεύχος (Νο 17) του λογοτεχνικού περιοδικού Οροπέδιο
 
 * Ο Σπύρος Γιανναράς γεννήθηκε το 1972 στην Αθήνα. Σπούδασε γαλλική φιλολογία και θεωρία της λογοτεχνίας στο Παρίσι. Εργάστηκε για δέκα χρόνια στην εφημερίδα Καθημερινή γράφοντας κείμενα (κυρίως για το βιβλίο, τη φωτογραφία και τα εικαστικά) και παίρνοντας συνεντεύξεις από Έλληνες και ξένους συγγραφείς. Έχει συνεργαστεί με αρκετά λογοτεχνικά περιοδικά, όπως η "Νέα Εστία", το "Εντευκτήριο", η "Ευθύνη", το "Φρέαρ", "L'atelier du roman" κ.ά., δημοσιεύοντας κυρίως βιβλιοκριτικές και διηγήματα. Ασχολείται με την κριτική βιβλίου και τη μετάφραση. Έχει μεταφράσει Pierre Assouline, Paul Auster, Laurent Mauvignier, Michel
Houellebecq.
_____________________________
 
 
 
 

Τετάρτη, 28 Σεπτεμβρίου 2016

Μήπως τελικά το ΤΕΤΑΡΤΗ 04:45 είναι ένα αριστούργημα; !!!




 
                Αλέξη Αλεξίου: ΤΕΤΑΡΤΗ 04:45


 
Επανέρχομαι σε μια ταινία για την
 οποία είχα ξαναγράψει όταν την
είδα στο σινεμά τότε που
 πρωτοπαίχτε.  
  

                   Είχα εντυπωσιαστεί και είχα
                   εκφράσει το θαυμασμό μου.

Θαυμασμό για ένα νουάρ φιλμ
από έναν σινεφίλ που δεν είναι
 και τόσο φαν του είδους.

                   Έλα όμως που την ξαναείδα
                     προχτές στην τηλεόραση
                     και ... έπαθα πλάκα!
Νομίζω πως ο Αλέξης Αλεξίου, ο ταλαντούχος μας αυτός και σεμνός καλλιτέχνης, δημιούργησε ένα αριστούργημα.
                Η δεύτερη φορά μου ανέδειξε
            περισσότερες πτυχές της ταινίας
               και περισσότερες αισθητικές
                                          τελειότητες.
Ένα στόρυ απλό που αναπτύσσεται κανονικά χωρίς πολλά μπερδέματα
από τα μπρος-πίσω.
               Μόνο που μέσα από αυτή την   απλή ιστορία περνάει όλη η σημερινή    ελληνική πραγματικότητα με μεστούς  και άκρως ρεαλιστικούςδιαλόγους.

Περνάνε και άλλα πράγματα που την πρώτη φορά δεν τα πιάνεις.
 Όπως εκείνος ο συμβολισμός που ο Στέλιος ένας λάτρης της τζαζ και ιδιοκτήτης για πολλά χρόνια ενός ανάλογου μαγαζιού, όταν αποφασίζει να καθαρίσει το Ρουμάνο αρχιμαφιόζο και το γυιό του που του το παίρνουν γιατί τους χρωστάει, ρίχνει περισσότερες σφαίρες σε αυτό το μαλακισμένο που του είχε πει: "εσύ θα φαίνεσαι σαν ιδιοκτήτης αλλά εγώ θα επιλέγω τη μουσική, μουσική γαμάτη και όχι τις μαλακίες τις δικές σου"

Και αυτό γιατί ο Αλεξίου δείχνει να έχει τη στόφα των μεγάλων δημιουργών που τίποτα δεν βάζουν εκ του περισσού και τίποτα δεν ξεχνάνε.
Όσο για το εικαστικό μέρος εκεί είναι που υποκλίνεσαι. Φωτογραφία φωτισμοί μουσική πλάνα και χρώματα δημιουργούν ένα μοναδικό αποτέλεσμα. Ακόμη και το μπόλικο αίμα που ρέει βγάζει μια ποιητική άχνα.  

 Το καστ των ηθοποιών του έδωσε ρέστα. Στέλιος Μάϊνας, Μαρία Ναυπλιώτου, Δημήτρης Τζουμάκης, Αδάμ Μπουσδούκος και Γιώργος Συμεωνίδης ανέβηκαν σε μεγάλα ύψη υποκτιτικής τέχνης. Και για εκείνον τον Τζουμάκη τι να πει κανείς. Ο μεγαλύτερος καρατερίστας ηθοποιός μας που βγήκε ποτέ. Εγώ παθαίνω με τη φάτσα του και το παίξιμό του.                 Ο Αλέξης Αλεξίου είναι μεγάλος σκηνοθέτης και ξέρει να παίρνει το μάξιμουμ από τους ηθοποιούς του, ούτε Μαστρογιάννηδες χρειάζετιαι ούτε και Κόλιν Φάρελ.
Και να κάνω μια τελείως υποκειμενική αξιολόγηση -μακριά από μένα οι αντικειμενικότητες- ο 21ος αιώνας βρίσκεται στο 16ο χρόνο του και πιστεύω πως το "ΤΕΤΑΡΤΗ 04:45" είναι η καλύτερη ελληνική ταινία του!
 
.