Πέμπτη, 5 Οκτωβρίου 2017

Εξήντα χρόνια … σινεφίλ !!!


 

Συμπληρώνοντας φέτος το 70ο έτος της ηλικίας μου, συμπλήρωσα και εξήντα χρόνια λάτρης της Έβδομης Τέχνης καθώς οι ακατάλυτοι μέχρι σήμερα δεσμοί μου με αυτήν, ξεκίνησαν στην ηλικία των δέκα, το σωτήριο έτος 1957. Και γι’ αυτήν την επέτειο και αρχή θα σας παραθέσω κάποια αποσπάσματα από το βιβλίο μου «Τα Φορτηγά και Άλλες Ιστορίες» (εκδόσεις ΑΠΟΠΕΙΡΑ) στο οποίο υπάρχει εκτενής αναφορά σε εκείνες τις εμπειρίες του Κινηματογράφου. 

 ……………………………………………………………..
Είχε λοιπόν ο Πρεβεζάνος ένα αμάξι στέισον με ένα με­γάφωνο σαν χωνί πάνω στην οροφή του, ενώ στο πίσω μέ­ρος κουβάλαγε τα σύνεργα της προβολής: τη μηχανή, τις μπομπίνες, την ταμπέλα με τις φωτογραφίες, τη γεννή­τρια, το πανί, το μαγνητόφωνο με τα καρούλια και το ξύ­λινο μεγάφωνο. Ερχόταν κατά το σούρουπο, συνήθως τις Τετάρτες και τα Σάββατα.
Έμπαινε στο χωριό διαλαλώντας το έργο με λόγια εντυπωσιακά και χαρακτηρισμούς που ξεσήκωναν τη φα­ντασία και παρ’ ότι έτρωγε το ρο, εκείνη η πνιχτή και συ­νάμα διαπεραστική φωνή του μεγάφωνου ήταν για μας ένα ουράνιο κάλεσμα. Ακόμη και οι λέξεις : « Αϊστούγημα, υπεθέαμα, πεϊπέτεια, δάση » ήταν ό,τι πιο γλυκό ακούγαμε εκείνα τα χρόνια. Κάποιες φορές βέβαια δε φώναζε καθό­λου το έργο, γιατί ο συνωστισμός του ρο στους τίτλους και στα ονόματα των ηθοποιών ήτανε τόσο μεγάλος, που κα­θιστούσε παράτολμη κάθε ιδέα εκφώνησης. Το Θησαυρό της Σιέρρα Μάντρε π.χ. με τον Χάμφρεϋ Μπόγκαρτ δεν τον θυμάμαι, αλλά και να τον είχε φέρει, αποκλείεται να τον εί­χε αναγγείλει από το μεγάφωνο.
Έτσι, όταν βλέπαμε το αμάξι να μπαίνει στο χωριό σι­ωπηλό, μας έπιανε μεγάλη λαχτάρα να μάθουμε αν έρχε­ται να παίξει σε μας. Στηνόμασταν στην άκρη του δρόμου και όταν πλησίαζε, ρωτούσαμε όλοι με μια φωνή : « Μπαρ­μπα-Τάκη, εδώ ; Μπαρμπα-Τάκη, εδώ ; δείχνοντας στο « εδώ » με το δάχτυλο προς το χώμα. Αυτός απαντούσε με δύο τρόπους : ή έκανε πως δε μας έβλεπε και συνέχιζε αδιά­φορος την οδήγησή του, ή άφηνε το ένα χέρι από το τιμόνι, το σήκωνε ψηλά και το κατέβαζε μεγαλοπρεπώς προς τα σκέλια του, λέγοντάς μας : « Εδώ ! » Οπότε εμείς, βάσει μιας σχετικής σημειολογίας που είχαμε αναπτύξει, στην πρώτη περίπτωση καταλαβαίναμε ότι πάει να παίξει σε άλλο χω­ριό και μελαγχολούσαμε. Ενώ στη δεύτερη… ἀγάλλου Ἰε­ρουσαλήμ ! Ήμασταν σίγουροι ότι θα παίξει σε μας και μά­λιστα κάποιο έργο με πολλά ρο στους τίτλους που τον εί­χανε τσαντίσει. Τότε αυτομάτως σκορπίζαμε και περιτρέ­χαμε τις αλάνες των παιχνιδιών αναγγέλλοντας τη χαρμό­συνη είδηση : « Ήρθε σινεμάαας ! » « Ήρθε σινεμάαας ! »
…………………………………………………………
Την ώρα του φαγητού που τα καφενεία αδειάζανε, γίνονταν και οι ετοιμασίες της αίθουσας. Κρεμούσαν στον τοίχο το άσπρο πανί, ένα λερωμένο καραβόπανο με μεταλλικούς κρίκους στις γωνίες που το λέγαμε άσπρο, γιατί δε γνωρίζαμε ακόμη τις αποχρώσεις του γκρι. Είχε μάλιστα στη μέση και δυο μεγάλες λαδιές, που μόνο στα διαλείμματα τις προσέχαμε, όταν από τη μια μας έτρωγε η περιέργεια για το τι θα γινότανε παρακάτω στο έργο και από την άλλη μας έπιανε ένας φόβος μην τυχόν και μας πετάξουν έξω οι καφετζήδες, καθώς χωνόμασταν πάντα χωρίς εισιτήριο.  Τρώγαμε τότε τα νύχια μας και αποφεύγαμε να κοιτάζουμε δεξιά και αριστερά για να μη δίνουμε τάχατες στόχο. Κολλάγαμε το βλέμμα στην οθόνη και περιεργαζόμασταν τις δυο λαδιές, που η μια τους έμοιαζε με τη νήσο Ζάκυνθο, αλλά όταν κάναμε γεωγραφία της Ευρώπης, είδα ότι έμοιαζε πιο πολύ με τη Σικελία. Ενώ η άλλη, μια μακρόστενη, έφερνε προς τη νήσο Κάρπαθο ! Τραβούσαν τις χοντρές πράσινες κουρτίνες σε όλες τις τζαμόπορτες, μάζευαν τα τραπέζια κάτω από την οθόνη και ακουμπούσαν πάνω τους το μεγάφωνο. Μόνο ένα τραπέζι άφηναν στη θέση του, ένα στρογγυλό ξύλινο, δίπλα από το πανί στη γωνία. Το άφηναν γιατί δυο τρεις γέροι που συνήθιζαν να κάθονται σε αυτό, δεν το άλλαζαν ούτε την ώρα της προβολής ! Έβλεπαν δε το έργο υπό τέτοια γωνία, που οι εικόνες της οθόνης έπαιρναν κάτι ψηλόλιγνα σχήματα ! Κάνα δυο φορές μάλιστα, που είχε πολύ κόσμο και κάτσαμε εκεί κοντά, τρομάξαμε ! Τα άλογα έμοιαζαν με καμήλες και όλοι οι άνθρωποι μακροπρόσωποι, σαν εκείνες τις ασκητικές φιγούρες που έχουν οι πίνακες του Γκρέκο. Μέχρι και ο στρογγυλοπρόσωπος Αυλωνίτης έφερνε προς Ινδαλγό του κόμητα Οργκάθ ! Βάζανε τις καρέκλες σε σειρές και κάπου στη μέση άφηναν ένα διάδρομο να περνάνε στα διαλείμματα οι καφετζήδες, με τα παστέλια, τα υποβρύχια και τις πορτοκαλάδες. Εκτός βέβαια από την καρέκλα του μπαρμπα-Παναγιώτη, ενός θαμώνα που φρόντιζε να βρίσκεται εκείνη την ώρα στο καφενείο. Έλεγε ότι δε θέλει να δει το έργο και για να μην πληρώσει το εισιτήριο, γύριζε επιδεικτικά την καρέκλα προς την αντίθετη από τις άλλες κατεύθυνση και αντί να βλέπει προς το πανί, έβλεπε προς το καμαράκι τής μηχανής! ………………………………………………

Δεν υπάρχουν σχόλια: